Εαυτόν εκένωσεν

Το Βήμα, 25 Δεκεμβρίου 2005

 

 

Μια τρέχουσα, λαϊκή, «θρησκειολογία» θέλει τα Χριστούγεννα να είναι εορτή προσφιλής περισσότερο στον δυτικό χριστιανισμό, ενώ το Πάσχα στον ανατολικό. Αν στη θρησκευτική συμπεριφορά των ανθρώπων αποτυπώνονται τέτοιες μετρήσιμες διαφορές, για τη χριστιανική παράδοση πάντως, ανατολική και δυτική, υπάρχει μόνο η ενότητα της θείας οικονομίας. Μέσα σε αυτή την ενότητα, η κατά σάρκα γέννηση του Χριστού αποτελεί την απαρχή του απολυτρωτικού έργου του και η εορτή με την οποία την τιμούμε είναι αληθινά «μητρόπολις πασών των εορτών» (άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος). Η Ενσάρκωση του Χριστού ορίζει την κατεξοχήν αγεφύρωτη διαφορά της χριστιανικής θρησκείας από την ιουδαϊκή, και εν γένει την ιδιαιτερότητα, το μυστήριο και το σκάνδαλο του χριστιανισμού. Ο ένας και μόνος Θεός, ο Δημιουργός του κόσμου, επί της γης ώφθη και εν τοις ανθρώποις συνανεστράφη (Βαρούχ 3:38), γεννήθηκε και έζησε στη σκόνη και στη λάσπη της Παλαιστίνης, άνθρωπος ανάμεσα στους ανθρώπους. Θα αναζητήσουμε το νόημα της σημερινής εορτής σχολιάζοντας ένα περίφημο χωρίο της Προς Φιλιππησίους επιστολής του Παύλου: [Ο Ιησούς Χριστός] εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ, αλλ’ εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος, και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού. διό και ο Θεός αυτόν υπερύψωσεν και εχαρίσατο αυτώ το όνομα το υπέρ παν όνομα (2: 6-10 «[ο Ιησούς Χριστός, αν και ήταν Θεός, δεν θεώρησε το ότι ήταν ίσος προς τον Θεό καρπό αρπαγής, αλλά κένωσε τον εαυτό του, πήρε μορφή δούλου και έγινε όμοιος με τους ανθρώπους, και, αφού πήρε το ανθρώπινο σχήμα, ταπείνωσε τον εαυτό του και έγινε υπήκοος μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού. Γι’ αυτό και ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε το όνομα που είναι πάνω από όλα τα ονόματα»).

     Ο Χριστός υπήρχε εν μορφή Θεού, είχε όλα τα γνωρίσματα της θεότητος, δεν θεώρησε ωστόσο αρπαγμό το να είναι ομότιμος με τον Πατέρα, δεν θεώρησε δηλαδή τη θεϊκή ιδιότητα λάφυρο ή προνόμιο που πρέπει αδιάκοπα να απολαμβάνει. Γι’ αυτό εκένωσε, άδειασε τον εαυτό του από όλα τα θεϊκά γνωρίσματα, ξεντύθηκε τη θεότητα, αποξενώθηκε τον θεϊκό χαρακτήρα του και έλαβε μορφή δούλου. Ο Δημιουργός του κόσμου γεννιέται ως άνθρωπος στη Βηθλεέμ και μάλιστα ως πάντων έσχατος: ανέστιος, άστεγος, άοικος, σπαργανώνεται και ανακλίνεται στη φάτνη, διότι ουκ ήν αυτ[ώ] τόπος εν τω καταλύματι (Λκ 2:7).

     Ο Χριστός και Λόγος εκένωσεν εαυτόν, δεν κενώθηκε αλλά ο ίδιος κένωσε τον εαυτό του από όλα τα θεϊκά γνωρίσματα. Ο Χριστός που έγινε εν ομοιώματι ανθρώπων, εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας, όπως λέει ακόμη τολμηρότερα ο Παύλος στην Προς Ρωμαίους (8:3), δεν είναι πλέον αναγνωρίσιμος ως Θεός. Η θεότητα είναι κρυμμένη, λανθάνει μέσα στην ανθρώπινη μορφή. «Λαθών ετέχθης υπό το σπήλαιον» ψάλλει ένα τροπάριο των Χριστουγέννων και «Χριστός ο Θεός, δυνάμεις λαθών, όσας υπερκοσμίους, όσας εν γη, και ενανθρωπήσας» ψάλλει ένα άλλο. Ο Χριστός είναι ο κατεξοχήν Deus absconditus.

     Αυτή η κένωση του Χριστού φτάνει μέχρι θανάτου. Ταπείνωσε τόσο τον εαυτό του, που γίνεται υπήκοος του θανάτου, και μάλιστα του θανάτου των κακούργων: πεθαίνει διά σταυρού. Πάνω στο σταυρό ολοκληρώνεται η εν σπηλαίω γέννηση, στον «Γολγοθά φανερώνεται και ακτινοβολεί η σημασία της Ενσάρκωσης, της Βηθλεέμ», καταπώς γράφει ο μεγάλος Καρλ Μπαρτ στο Υπόμνημά του στην Προς Φιλιππησίους (παραπέμπω στη γαλλική μετάφρασή του: Karl Barth, Commentaire de l’ Épitre aux Philippiens, Labor et Fides, Γενεύη, χ.χ., σ. 64). Το χαρμόσυνο γεγονός της κατά σάρκα γεννήσεως του Χριστού και ο σταυρικός θάνατός του είναι ένα και το αυτό, με την έννοια ότι η ίδια ακριβώς κενωτική κίνηση οδηγεί και στα δύο. Η γέννησή του και ο θάνατός του, ως έκφραση της θείας κενώσεως, ορίζουν και τα δύο μια απώλεια για τον Θεό. Ο ανενδεής πάσχει ως θνητός και το πρώτο πάθος είναι η ίδια η γέννησή του. Επειδή ακριβώς ο Λόγος εκένωσε και ταπείνωσε τον εαυτό του, ο Θεός τον υπερύψωσε (τον ανάστησε) και του χάρισε το όνομα το υπέρ παν όνομα: Κύριος. Ο Παύλος, στην ίδια επιστολή, ευθύς μετά το σημείο όπου τελειώνει το αρχικό παράθεμά μας, συνεχίζει: ίνα εν τω ονόματι Ιησού παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων, και πάσα γλώσσα  εξομολογήσηται ότι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού πατρός. Ο Χριστός είναι ο Κύριος των πάντων εν τη κενώσει του, είναι ο Βασιλεύς του κόσμου με θρόνο τον Σταυρό. Την κυριότητα του Χριστού μέσα στη μορφή του δούλου μπορεί να την αναγνωρίσει μόνο ο Πατέρας και εκείνος στον οποίο θέλει ο Πατήρ να την αποκαλύψει, σε όποιον δηλαδή έχει λάβει το δώρημα της πίστης.

     Η κένωσις, η εκούσια πτωχεία του Πλουσίου και η ηθελημένη αδυναμία του Δυνατού, ανήκει μόνο στον Θεό, είναι το ακατανόητο μυστήριο της θείας αγάπης. «Ου γαρ έστιν ανθρώπων ουδείς ος τούτον οικειώσεται τον λόγον. Ουδείς των πώποτε γενομένων αγίων, μονογενής ην Θεός, γενόμενος άνθρωπος. Τούτο γαρ έστιν εν μορφή Θεού υπάρχοντα, μορφήν δούλου λαβείν» γράφει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, σχολιάζοντας τους παραπάνω στίχους της Προς Φιλιππησίους (Κατά Ευνομίου, Ε΄, PG 45, 688BC).

     Ωστόσο η κενωτική κίνηση ορίζει, για όλους μας τον τρόπο της αγάπης. Η αγάπη είναι κενωτική και ο παντοτινός τύπος και υπογραμμός της είναι η κένωση του Χριστού. Με άλλα λόγια, αγάπη δεν σημαίνει να κρατήσεις σαν λάφυρο (αρπαγμόν) αυτό που έχεις ούτε, πολύ περισσότερο, να αποκτήσεις άλλα λάφυρα, μα να δώσεις, δηλαδή να χάσεις, να χάσεις ακόμη και τη ζωή σου. Η αγάπη είναι θυσία. Ο ίδιος ο Παύλος μιλάει για την κένωση του Χριστού όχι θεωρητικά, στο πλαίσιο μιας χριστολογικής συζήτησης, αλλά μέσα σε ηθικά συμφραζόμενα, καλώντας ακριβώς τους χριστιανούς των Φιλίππων να αποκτήσουν το κενωτικό φρόνημα του Χριστού: μηδέν κατά ερίθειαν ή κενοδοξίαν, αλλά τη ταπεινοφροσύνη αλλήλους ηγούμενοι υπερέχοντας εαυτών (2:3, «χωρίς να κάνετε τίποτε από ανταγωνισμό ή από ματαιοδοξία, αλλά με ταπεινοφροσύνη να θεωρεί ο ένας τον άλλον ανώτερό του»).

     Η λέξη κένωσις του αποστόλου Παύλου κυκλοφορεί αμετάφραστη στις ευρωπαϊκές γλώσσες. Ακόμη περισότερο αμετάφραστο μένει το νόημά της στη ζωή μας. Εν πάση περιπτώσει αυτό είναι εκείνο που εορτάζει σήμερα η Εκκλησία. Οι άνθρωποι δεν εορτάζουν τίποτε, απλώς ψωνίζουν.

 

 

Discover more from Σταύρος Ζουμπουλάκης

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading