Τα Νέα, 8 Μαρτίου 2025
Τη μουσική την ακούω πια κατά μόνας, στο κελί μου. Το ραδιόφωνο είναι μόνιμα σχεδόν ανοιχτό στο Τρίτο: καλή συντροφιά. Το ίδιο ακούω και τα τραγούδια, πότε το ένα και πότε το άλλο, ανάλογα με την ψυχική διάθεση. Υπάρχουν όμως και οι σταθερές αγάπες και ανάγκες: οι μεγάλοι ψάλτες μας και τα ψαλσίματά τους. Τη λεγόμενη βυζαντινή μουσική είναι αλλιώς να την ακούς στην εκκλησία και αλλιώς μόνος σου: τα τροπάρια που στην εκκλησία σε κατανύσσουν, στο ταμείον σου μπορεί να σε μερακλώσουν. Ένα τέτοιο τροπάριο που έχω ακούσει εκατοντάδες φορές είναι το εωθινό δοξαστικό «Ιδού σκοτία και πρωί». Όταν πάλι πάνε να με σκάσουν διάφοροι με διάφορα, τους σβήνω εντελώς και τους εξαφανίζω, βάζοντας να ακούσω δυο τρεις φορές το οκτάηχο δοξαστικό του εσπερινού της Κοίμησης «Θεαρχίω νεύματι» του Ιακώβου πρωτοψάλτου (18ος αι.), από τη μεγάλη φωνή του διακο-Διονύσιου Φιρφιρή (1912–1990), με εκείνη την ανεπαίσθητη μελαγχολία στο βάθος της. Μια όμως που η πρόταση εδώ είναι για ένα μόνο αγαπημένο τραγούδι, διαλέγω το δημοτικό «Με γέλασαν μια χαραυγή της άνοιξης τα αηδόνια» (ίσως για να ξορκίσω το κακό, καθώς φέτος έχασα τρεις φίλους, συνομήλικους). Το τραγούδι υπάρχει σε πολλές παραλλαγές. Προτιμώ την εξής:
Με γέλασαν μια χαραυγή της άνοιξης τ’ αηδόνια
Με γέλασαν και μού ειπανε ο Χάρος δε με παίρνει.
Τι να κάνω, τι να κάνω σα σκεφτώ πως θα πεθάνω;
Και βγαίν’ ο μαύρος στα βουνά, ψηλά στα κορφοβούνια
Βλέπω το Χάρο να ’ρχεται στο άλογο καβάλα
–Μη με παίρνεις, Χάρε, μη με παίρνεις, γιατί δε με ξαναφέρνεις.
Το τραγούδι τραγουδιέται ή και χορεύεται διαφορετικά από τόπο σε τόπο. Αν και Μωραΐτης, το προτιμώ στη ρουμελιώτικη εκδοχή του ως κλέφτικο. Όταν λέω ότι διαλέγω αυτό το τραγούδι, εννοώ ότι το διαλέγω μόνο όπως το τραγούδησε η Γεωργία Μηττάκη (1911-1977). Όταν την ακούς να το ερμηνεύει, κυριολεκτικά, με τη φωνή της, καταλαβαίνεις για άλλη μια φορά πόσο λειψή είναι η προσέγγιση των δημοτικών τραγουδιών απλώς και μόνο ως κειμένων, μέσα στις ανθολογίες και τις συλλογές. Ο τρόπος ειδικά που λέει τον στίχο «Μη με παίρνεις, Χάρε, μη με παίρνεις, γιατί δε με ξαναφέρνεις» είναι συγκλονιστικός, χωρίς ίχνος κλαψιάρικου τόνου, μια δωρική ικεσία!