Απαράγραπτη και απαράκαμπτη ταυτότητα

Αντώνης Μόλχο, Η Κοινοτοπία του Καλού. Ένα εβραιόπουλο στην Ελλάδα της Κατοχής, Πατάκης, 2022

Περ. Άνθρωπος, τχ. 15, Φεβρουάριος-Μάιος 2025, σ. 222-228

 

 

Ένα βιβλίο έχει, καταπώς ξέρουμε, πολλές πύλες εισόδου, ανοίγει με πολλά κλειδιά. Η καλύτερη είσοδος στον κόσμο ενός βιβλίου, η πιο γόνιμη και ουσιαστική, είναι τα δικά σου ενδιαφέροντα και ερωτήματα ως αναγνώστη, αρκεί να συνομιλούν με το βιβλίο και να μην αυθαιρετούν. Ομολογώ πάντως ότι ταλαντεύτηκα αρκετά μέχρι να βρω τη δική μου είσοδο στο βιβλίο του Αντώνη Μόλχο, το οποίο ασφαλώς δεν είναι, όπως τονίζει και ο ίδιος ο συγγραφέας, ένα ακόμη βιβλίο για το Ολοκαύτωμα (σ. 312). Να το διαβάσω και να το συζητήσω ως βιβλίο αναμνήσεων ενός μικρού εβραιόπουλου από την Κατοχή; Μα ήταν νήπιο, τι μπορεί να θυμάται; Όπως παραδέχεται και ο ίδιος οι αναμνήσεις αυτές είναι περισσότερο αναμνήσεις των μεταγενέστερων αφηγήσεων της μητέρας του και των συγγενών του (σ. 35, 117), και ομολογεί ότι δεν μπορεί να διακρίνει μετά από τόσα χρόνια ποιες είναι δικές του και ποιες των άλλων (σ. 312). Και επιπλέον, πόσο αξιόπιστες είναι αυτές οι αναμνήσεις ή αναμνήσεις αφηγήσεων, όταν τις γράφεις σχεδόν ογδόντα χρόνια αργότερα; Είναι βέβαιο πως ο συγγραφέας δεν θυμάται πάντα με ακρίβεια, όπως, επί παραδείγματι, όταν γράφει ότι πήγε με ένα γειτονόπουλό του, το Πάσχα του 1946 ή 1947, στην πασχαλινή λειτουργία στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας στη Θεσσαλονίκη «ένα ηλιόλουστο κυριακάτικο πρωινό», και άκουσε τον ιερέα να κάνει ένα αντισημιτικό κήρυγμα, ενώ η αναστάσιμη λειτουργία είναι νυχτερινή και το πρωί της Κυριακής του Πάσχα δεν γίνεται καμία απολύτως λειτουργία. Είναι φανερό ότι κάτι έχει μπερδευτεί στη μνήμη του (σ. 50-51).[1] Γνωρίζει άλλωστε καλά και ο ίδιος πόσο εύθραυστη είναι η μνήμη τόσο μακρινών γεγονότων (σ. 256). Να το διαβάσω άραγε και να το συζητήσω για όσα έκαναν πολλοί άγνωστοι άνθρωποι, με κίνδυνο της ζωής τους, για να κρύψουν και να σώσουν μια Εβραία και το παιδί της τον καιρό του Ολοκαυτώματος; Μα τότε δεν θα είχα να πω τίποτε παρά μόνο να τιμήσω εκείνους τους σπουδαίους ανθρώπους. Στο σημείο πάντως αυτό θα ήθελα να πω δυο λόγια για τον τίτλο του βιβλίου. Είναι πρόδηλο ότι ο συγγραφέας θέλει να παραπέμψει αντιθετικά σε ένα διάσημο βιβλίο. Ενώ όμως η κοινοτοπία του κακού, όπως την εννόησε η Άρεντ, είναι υπαρκτή, το καλό δεν είναι ποτέ κοινότοπο, ειδικά μάλιστα στις συνθήκες που το ιστορεί ο Μόλχο. Δεν είναι κοινοτοπία αυτό που κάνουν οι Καθολικές μοναχές Ελένη και Αναστασία της ελληνόρρυθμης Μονής της Παμμακαρίστου ή η Φανή Κάλκου, χήρα με πέντε παιδιά, που αναλαμβάνει να φροντίζει και να ταΐζει άλλο ένα, μέσα στον λιμό της Αθήνας! Το καλό ήταν τότε και είναι πάντα εξαίρεση. Το να βγάλεις τη μπουκιά από το στόμα σου και να τη δώσεις στον άλλο, στον ξένο και άγνωστο, δεν ανήκει στη φυσική τάξη, στην καθημερινή κοινοτοπία. Είναι σκάνδαλο. Δεν υπάρχει κοινότοπο καλό!

     Μετά από δύο αναγνώσεις του βιβλίου, βρήκα την είσοδο που με ενδιαφέρει και μου ταιριάζει, χωρίς να προβάλλω, πιστεύω, σε αυτό πράγματα που δεν υπάρχουν στις σελίδες του. Το βιβλίο είναι η απόπειρα του συγγραφέα να απαντήσει στο ερώτημα της ταυτότητας των ανθρώπων μέσα στην κοινότητα των οποίων γεννήθηκε:

 

Καθώς έγραφα αυτό το βιβλίο […] με έθελξε η ιδέα να χρησιμοποιήσω τα συμβάντα της παιδικής μου ηλικίας προκειμένου να προσεγγίσω ένα ευρύτερο ζήτημα που με τυραννά εδώ και πολλά χρόνια: τη θέση των εβραίων στην ελληνική κοινωνία πριν και μετά τον πόλεμο. (σ. 33)

 

Όταν σε απασχολεί το ερώτημα της ταυτότητας και της θέσης της κοινότητας στην οποία ανήκεις, σε απασχολεί αναπόφευκτα ή σε τυραννά, για να χρησιμοποιήσω το δικό του ρήμα, το ερώτημα και της δικής σου προσωπικής ταυτότητας.

     Ξεκινάω με το πρώτο σκέλος του ενός και ενιαίου τελικά ερωτήματος, δηλαδή την ταυτότητα της σεφαραδίτικης κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Στο σπίτι του Αντώνη Μόλχο δεν μιλάνε ελληνικά, μολονότι οι γονείς του τα ξέρουν καλά. Μιλάνε λαντίνο και γαλλικά. Η γιαγιά μιλάει μόνο λαντίνο και μόνο λαντίνο μπορεί να διαβάσει, και μάλιστα εφόσον είναι γραμμένα με εβραϊκούς χαρακτήρες (σ. 43). Δεν υπήρχε ελληνική εγκυκλοπαίδεια στο σπίτι. Ο συγγραφέας μιλούσε ελληνικά με τους φίλους του και τις οικιακές βοηθούς, γαλλικά με τους γονείς του και λαντίνο με τη γιαγιά του, ώστε αναρωτιέται δίκαια: «Ποια ήταν, λοιπόν, η μητρική μας γλώσσα;» (σ. 43). Ο θείος Ρισάρ, αδερφός της μάνας του, παντρεύεται χριστιανή, στην Αλβανία, με πολιτικό γάμο. Η αδερφή του, η μάνα του συγγραφέα, δεν δέχτηκε ποτέ ότι έγινε ένας τέτοιος γάμος, τα παιδιά του δεν τα αναγνώρισε ποτέ ως ανίψια της, ενώ τη γυναίκα αυτή, τη νύφη της, δεν την ανέφεραν με το όνομά της αλλά την αποκαλούσαν, απαξιωτικά προφανώς, la griega, η Ελληνίδα, εννοώντας ασφαλώς ότι είναι goy, ότι ανήκει στα έθνη, δεν είναι δική μας, δεν είναι Εβραία. Η μητέρα πάντως αντιπαθεί γενικά τους griegos, ειδικότερα μετά τον πόλεμο (σ. 244).

     Ο θείος Ρισάρ θα πολεμήσει στο αλβανικό μέτωπο το 1940-41 και θα παρασημοφορηθεί. Η φωτογραφία του με στρατιωτική στολή κοσμεί το καθιστικό του σπιτιού μετά τον πόλεμο ως πειστήριο ενδεχομένως πατριωτισμού και ελληνικότητας. Ο ίδιος πάντως δολοφονήθηκε στο Άουσβιτς -δεν τον έσωσε ούτε ο γάμος του με χριστιανή ούτε το παράσημο.

 

Για εμάς, εκείνα τα χρόνια αμέσως μετά τον πόλεμο, η φωτογραφία του θείου Ρισάρ δεν τον εξύψωνε σε σύμβολο αλλά μας έθετε ένα ερώτημα: Ήμασταν Έλληνες, απλώς εβραίοι στο θρήσκευμα, οπότε και δικαίως θα μπορούσαμε να περηφανευόμαστε για τα πολεμικά ανδραγαθήματα του θείου μου; Ή μήπως ήμασταν εβραίοι που απλώς έτυχε να ζούμε στην Ελλάδα, οπότε ίσως και να δικαιολογείτο η σκληρή στάση της μητέρας μου απέναντι στα ανίψια της; Κάτι τέτοια ερωτήματα δεν με απασχολούσαν πολύ τότε. Αλλά τα τελευταία χρόνια στριφογυρίζουν όλο και περισσότερο στο μυαλό μου. (σ. 41-42)

 

Ελπίζω ότι η ελληνική κοινωνία, ή έστω ένα σημαντικό κομμάτι της, είναι αρκετά ώριμη σήμερα για να ακούσει και να δεχτεί ότι οι σεφαραδίτες Εβραίοι της Θεσσαλονίκης δεν ήταν Έλληνες. Γι’ αυτό και δεν είδαν με καλό μάτι την προσάρτησή της στο ελληνικό κράτος το 1912 και πολλοί εξ αυτών μετανάστευσαν ευθύς μετά σε άλλες χώρες. Όταν λες ότι οι σεφαραδίτες της Θεσσαλονίκης δεν ήταν Έλληνες, έχει σημασία βεβαίως πώς το λες και πώς το εννοείς: ως μομφή ή ως απλή διαπίστωση που αφορά το σύνολο του εβραϊσμού της Ευρώπης; Ούτε οι Εβραίοι της Μεγάλης Πολωνίας ήταν Πολωνοί ούτε της Ρωσίας Ρώσοι, και ούτω καθεξής. Αυτή ήταν η κεντρική -όχι πάντως η μόνη- στρατηγική του ευρωπαϊκού εβραϊσμού: να μην αφομοιωθούν στις κοινωνίες και τα έθνη μέσα στα οποία ζούσαν. Εξάλλου και οι αγρότες και ποιμένες της περιοχών που απελευθέρωσε ο ελληνικός στρατός στους βαλκανικούς πολέμους και οι οποίοι μιλούσαν βλάχικα ή σλάβικα ήταν τάχα Έλληνες; Έγιναν, δεν ήταν.

     Αν οι σεφαραδίτες της Θεσσαλονίκης δεν ήταν Έλληνες, τι ήταν τελικά αυτοί οι άνθρωποι, δηλαδή τι θεωρούσαν ότι ήταν; Θα αφήσω να απαντήσει στο ερώτημα ο υπεραιωνόβιος σήμερα Θεσσαλονικιώτης Εβραίος Εντγκάρ Μορέν (Edgar Morin), με όσα απολαυστικά και διαφωτιστικά αφηγείται στο αυτοβιογραφικό Vidal et les siens (Seuil, 1989, νέα έκδοση, με ανέκδοτο πρόλογο, Points/Essais, 2019).[2]

 

Όταν, κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Γάλλοι φτάνουν στη Θεσσαλονίκη, ο Βιντάλ Ναούμ (πατέρας του Εντγκάρ Μορέν -Ναούμ είναι το πραγματικό επώνυμο του Μορέν), και ο αδελφός του Ανρί στρατεύονται ως Ιταλοί (ενώ δεν ξέρουν λέξη ιταλικά), για να πολεμήσουν με τις δυνάμεις της Αντάντ, δραπετεύουν, συλλαμβάνονται από τους Γάλλους και μεταφέρονται στη Μασσαλία όπου φυλακίζονται. Ο πατέρας τους Νταβίντ Ναούμ πηγαίνει στο Παρίσι για να πετύχει την αποφυλάκισή τους. Θα συναντήσει τον πρωθυπουργό Αριστίντ Μπριάν (Aristide Briand) στο γραφείο του, παρόντος και του βουλευτή Ζαν Λονγκέ (Jean Longuet), εγγονού του Μαρξ και στελέχους του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Ο Μπριάν ζητάει κάποιες εξηγήσεις, σχετικά με την ιθαγένεια της οικογένειας:

–Δεν καταλαβαίνω… Γεννηθήκατε τι;

–Να, στη Θεσσαλονίκη, στην Τουρκία.

–Επομένως, είσθε Τούρκος.

Απευθύνεται στον κ. Λονγκέ:

–Είναι Τούρκοι, λοιπόν, κι έπειτα;

–Έπειτα, διαλέξαμε την εποχή της συνθηκολόγησης της Τουρκίας να γίνουμε προστατευόμενοι της Ιταλίας.

–Α, ναι, γνωρίζω τι πολύπλοκα είναι όλα αυτά. Λοιπόν, και τώρα;

–Τώρα, είναι ελληνική…

–Τότε λοιπόν είσθε Έλληνες;

–Ω, όχι.

–Και δεν είσθε Τούρκοι;

–Μα όχι.

–Και δεν είσθε Ιταλοί;

–Μα όχι, αφού…

–Ω! Τι ιστορία![3]

 

Ο πρωθυπουργός απευθύνεται τότε απελπισμένος στον Λονγκέ, λέγοντάς του ότι δεν καταλαβαίνει τίποτε, αλλά εν πάση περιπτώσει ας αποφυλακιστούν. Η συνέχεια έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Αφού αποφυλακίζονται, πρέπει να παρουσιαστούν στο αστυνομικό τμήμα για να πάρουν άδεια παραμονής. Παίρνουν τα σχετικά έγγραφα όπου διαβάζουν «Ιθαγένεια ιταλική». Δεν μπορούν να το δεχτούν, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι έπρεπε να πάνε στην Ιταλία να καταταγούν στον στρατό. Νέα παρέμβαση της οικογένειας και συνάντηση με τον ειδικό αστυνόμο, ο οποίος τους ζητά να δηλώσουν επιτέλους οι ίδιοι την ιθαγένειά τους.

Απαντούν μαζί: «Σαλονικιοί».[4]

Ο αστυνομικός, παρά την απορία του και για να ξεμπερδεύει με αυτούς τους μυστήριους, δέχεται τελικά να γραφτεί στην ένδειξη ιθαγένεια της άδειας παραμονής: «Salonicien», Θεσσαλονικεύς. Ο Βιντάλ, σε ένα αντίγραφο της άδειας παραμονής, θα διαγράψει τη λέξη και θα γράψει «israélite du Levant», Ισραηλίτης της Ανατολής,[5] κάτι που θα γραφτεί και στην ταυτότητα που θα του χορηγηθεί στη Μασσαλία, τον Δεκέμβριο του 1917.

     Όσο και αν όλη αυτή η διεκδίκηση μιας ανενθικής ταυτότητας γίνεται για να αποφευχθεί η στράτευση των δύο αδελφών, ο πόλεμος και ο θάνατος, εκφράζει ωστόσο μια αληθινή κατάσταση, μια πραγματικότητα. Για ποια πατρίδα να πολεμήσουν και να σκοτωθούν οι Ναούμ και όλοι σεφαραδίτες της Θεσσαλονίκης; Δεν είναι ούτε Έλληνες ούτε Τούρκοι ούτε Ιταλοί, είναι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, είναι Σαλονικιοί Εβραίοι. Ο ίδιος ο Μόλχο γράφει για τη Θεσσαλονίκη και τα άλλα μέρη των παιδικών του χρόνων: «η πατρίδα μου, στον βαθμό που θα μπορούσα να έχω κάποια» (σ. 30).

     Μετά από αυτή τη θεμελιώδη αποσαφήνιση, ανακύπτει το πιο ενδιαφέρον για μένα ερώτημα: τι είδους Εβραίοι ήταν αυτοί οι σεφαραδίτες της Θεσσαλονίκης; Τούτο είναι και το κύριο ερώτημα του συγγραφέα:

 

Από τις ερωτήσεις που θα μου έθεταν πιθανώς οι γονείς μου αν είχαν διαβάσει αυτό το βιβλίο υπάρχει μόνο μία στην οποία θα ήθελα να απαντήσω: τι είδους εβραίοι ήμασταν; (321)

 

Η απάντηση σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα με ενδιαφέρει και εμένα πολύ, την αναζητώ σε διάφορα βιβλία και συζητήσεις με φίλους Εβραίους, μα δεν την βρίσκω. Οι εβραϊκές κοινότητες της Διασποράς διαφέρουν ριζικά μεταξύ τους, στον τρόπο δηλαδή που, μέχρι τον 19ο τουλάχιστον αιώνα, τηρούν και εφαρμόζουν τις εντολές. Δεν είναι διόλου ίδια προφανώς η ζωή των Εβραίων της Υεμένης με τη ζωή των Εβραίων της Γαλικίας. Θα ήθελα πολύ να μάθω πώς εφάρμοζαν τις εντολές οι σεφαραδίτες της Θεσσαλονίκης, αλλά και σε τούτο το βιβλίο η απάντηση του συγγραφέα στο μόνο ερώτημα στο οποίο θα ήθελε να δώσει μια απάντηση στους γονείς του είναι λιγόλογη. Θα ήθελα να μάθω περισσότερα για τον εβραϊσμό της οικογένειάς του, των συγγενών και φίλων τους, αλλά και όλης της κοινότητας. Περιορίζεται να μας πει ότι δεν ήταν φοβερά θρήσκοι ούτε ορκισμένοι σιωνιστές (σ. 273, 321). Ναι, αλλά πώς μεταφραζόταν στην καθημερινή ζωή τους συγκεκριμένα αυτό το λίγο έστω θρήσκοι; Αυτό με ενδιαφέρει να μάθω: το vécue, το καθημερινό βίωμα. Δεν μας λέει τίποτε για το αν και πόσο τηρούσαν τις διατροφικές εντολές, κεντρικό στοιχείο της εβραϊκής ταυτότητας. Να υποθέσουμε μάλλον ότι στο σπίτι δεν τις τηρούσαν. Ποια η σχέση τους με τη συναγωγική λατρεία; Δεν υπάρχει λέξη για τις εβραϊκές γιορτές. Πώς τις γιόρταζαν; Νήστευαν το Γιομ Κιπούρ, τι τρώγανε το Πάσχα; Δεν μαθαίνουμε τίποτε. Και αν δεν ήταν ορκισμένοι σιωνιστές, θα ήθελα να μάθω περισσότερα (από όσα λίγα μας λέει στη σ. 270) για τη στάση τους απέναντι στο νεοΐδρυτο κράτος του Ισραήλ; Δεν φαίνεται πάντως να μετέχουν στην ανανέωση του σιωνιστικού κινήματος μετά τον Πόλεμο και στη συμβολή του στη δημιουργία ισχυρού εβραϊκού κράτους, -χιλιάδες Έλληνες Εβραίοι φεύγουν τότε από την Ελλάδα και εγκαθίστανται στην υπό βρετανική Εντολή Παλαιστίνη ή μετά το 1948 στο κράτος του Ισραήλ. Το ερώτημα «τι είδους εβραίοι ήμασταν;» γεννήθηκε αργά μέσα στη συνείδηση του συγγραφέα, όταν, φευ, δεν ζούσαν πια δίπλα του οι άνθρωποι με τους οποίους θα μπορούσε να το συζητήσει.

     Όταν ο Αντώνης Μόλχο αναρωτιέται «τι είδους εβραίοι ήμασταν;» αναρωτιέται τελικά και για το τι είδους εβραίος είναι ο ίδιος. Και έρχομαι έτσι στο τελευταίο ερώτημα: Τι ορίζει την εβραϊκή ταυτότητα του συγγραφέα; Ποιο είναι το περιεχόμενό της; Στη Θεσσαλονίκη όπου γεννιέται η πορεία προς την αφομοίωση, που παρατηρείται σε πολλές κοινότητες της Ευρώπης, περισσότερο της Κεντρικής και Δυτικής, επιταχύνεται: οι μικτοί γάμοι πολλαπλασιάζονται, ο ίδιος παίρνει χριστιανικό όνομα.

 

Για την τελευταία προπολεμική γενιά, οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στην οικογένεια της μητέρας μου και στους Έλληνες γείτονές τους ήταν αναμφισβήτητα πιο διαπερατές και απ’ ό,τι η ίδια θα παραδεχόταν μετά το 1945. (σ. 68-69)

 

Μετά τον Πόλεμο, κατά τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του συγγραφέα, δεν υπάρχει ουσιαστικά εβραϊκή κοινότητα στην πόλη, μέσα στην οποία και σε ανταλλαγή με την οποία να διαπλάσει τη δική του εβραϊκή ταυτότητα. Στο δημοτικό πηγαίνει σε ελληνικό ιδιωτικό σχολείο, όπου είναι το μόνο εβραιόπουλο της τάξης (σ. 46), και οι γονείς του δεν ζητούν εξαίρεση από το μάθημα των θρησκευτικών (σ. 273-274), το απόγεμα παρακολουθεί μαθήματα γαλλικής γλώσσας στο σχολείο της Mission Laïque Française και μυείται στην ιδεολογία της γαλλικής République, στο γυμνάσιο φοιτά στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ανατόλια, ενώ περνάει ατέλειωτες ώρες στη ΧΑΝ Θεσσαλονίκης (σ. 284). Όταν είναι παιδί ξέρει ότι είναι Εβραίος αλλά δεν κατανοεί τι σημαίνει αυτό (σ. 269), ενώ στα εφηβικά του χρόνια δεν παίζει κανέναν ρόλο το γεγονός ότι είναι Εβραίος (σ. 306). Η μάνα είναι αποφασισμένη να κάνει τα πάντα για να προκόψουν: το 1956 εγκαθίστανται οικογενειακώς στην Αμερική και το 1961 αποκτούν την αμερικανική υπηκοότητα. Θέλει να γίνει και γίνεται πράγματι Αμερικανός (σ. 283): Anthony Molho (σ. 78).

     Και όμως! Όσο περνούν τα χρόνια ο Μόλχο αισθάνεται όλο και περισσότερο Εβραίος. Αισθάνεται Εβραίος όχι επειδή με τη γιαγιά του μιλούσε λαντίνο, αλλά επειδή υπήρξε το Ολοκαύτωμα. Αισθάνεται Εβραίος επειδή κινδύνεψε η ζωή του, επειδή οι συγγενείς της μάνας του δολοφονήθηκαν στο Άουσβιτς (σ. 316), επειδή οι κιτρινόλευκες κουρτίνες του φιλικού σπιτιού φτιάχτηκαν από ύφασμα που έκλεψαν αυτοί οι καλοί άνθρωποι από το σπίτι τους (σ. 94, 100), και επειδή είδε τις μαρμαρόπλακες του εβραϊκού νεκροταφείου σκορπισμένες «στα πιο απίθανα σημεία της πόλης» (σ. 27). Το Ολοκαύτωμα κατέστησε για τον Αντώνη Μόλχο, όπως και για εκατοντάδες χιλιάδες άλλους αφομοιωμένους Εβραίους, την εβραϊκή ταυτότητα απολύτως μη απαρνήσιμη, ενώ πολλούς τους οδήγησε να ταυτιστούν με πάθος μαζί της. Έχω την εντύπωση ότι σε αυτή την προϊούσα ειρηνική και διόλου μαχητική αποδοχή της εβραϊκής ταυτότητας από τον συγγραφέα ένα κάποιο ρόλο παίζει και η ίδια η Θεσσαλονίκη, η πόλη των παιδικών του χρόνων -ξέρουμε τη συναισθηματική δύναμη που έχει ο τόπος όπου ζήσαμε τα παιδικά μας χρόνια-, μια πόλη με βαρύ ιστορικά εβραϊκό φορτίο. Δεν είναι χωρίς σημασία ότι στο εξαιρετικά λιγόλογο βιογραφικό σημείωμα στο αυτί του βιβλίου διάλεξε ο ίδιος να γράψει πως «κάθε τόσο επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη για να επισκεφθεί τα μέρη της παιδικής του ηλικίας». Η μάνα του, που δεν είχε καλές αναμνήσεις από τη ζωή της στην πόλη αυτή, γύρισε και εκείνη στα μέσα της δεκαετίας του 1980 στη Θεσσαλονίκη (ίσως και λόγω προσωπικών ενοχών για τη δυστυχία του πατέρα του στην Αμερική, σ. 305) και δεν έζησε εκεί δυσάρεστα.

     Το ζήτημα της ταυτότητας υπό το πρίσμα του οποίου διάβασα το βιβλίο του Αντώνη Μόλχο, τίθεται για τους Εβραίους με πιο πολύπλοκο τρόπο από ό,τι για άλλους λαούς. Έχουν γραφτεί επί του θέματος χιλιάδες χιλιάδων σελίδες, από πολύ μεγάλους στοχαστές και συγγραφείς. Μέχρι τον 19ο αιώνα οι Εβραίοι ήταν ο λαός της Τορά, της τήρησης των εντολών. Τον 19ο αιώνα έγινε η μεγάλη τομή: διακρίθηκε η εβραϊκότητα από τον ιουδαϊσμό, από την τήρηση δηλαδή του Σαββάτου και των άλλων εντολών. Η διάσταση αυτή υπάρχει μέχρι τώρα και όλο διευρύνεται, ενώ σήμερα η εβραϊκή ταυτότητα αποκτά και πολεμικά χαρακτηριστικά. Για τον Αντώνη Μόλχο, όπως και για εκατοντάδες χιλιάδες άλλους Εβραίους, η μήτρα της εβραϊκής του ταυτότητας είναι το Ολοκαύτωμα. Παρακολουθώντας όσο μπορώ τη σχετική συζήτηση, μεταφέρω το ερώτημα που τίθεται από πολλούς Εβραίους, διαφόρων αποχρώσεων: Αρκεί το Ολοκαύτωμα για να ορίσει την εβραϊκή ταυτότητα; Και για πόσο ακόμη; Δεν έχω κανένα ηθικό δικαίωμα να απαντήσω στο ερώτημα αυτό. Η απάντηση, θέλω να πω, ανήκει στους ίδιους τους Εβραίους.

 

 

………………..

Το κείμενο εκφωνήθηκε κατά την παρουσίαση του βιβλίου, 13 Μαρτίου 2023, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

 

 


[1] Μια ανάλογη περίπτωση αφηγείται ο συγγραφέας για το Πάσχα του 1944. Δεν ξέρω αν οι ουνίτες στην Κατοχή έκαναν την πασχάλια λειτουργία την Κυριακή το πρωί (σ. 183), πάντως είχαν δικές τους εκκλησίες και δεν είμαι βέβαιος ότι εκκλησιάζονταν στους Ορθόδοξους ναούς (σ. 182).

[2] Edgar Morin, Ο Βιντάλ και οι δικοί του. Από τη Θεσσαλονίκη στο Παρίσι, μτφρ. Αλέξανδρος Δάγκας – Ιουλία Τσολακίδου, επιμέλεια-εισαγωγή Αλέξανδρος Δάγκας (Επίκεντρο, 2011), όπου και παραπέμπω, με μικρές αλλαγές.

[3] Ό. π., σ. 157.

[4] Ό. π., σ. 164. «Saloniciens» στη γαλλική έκδοση (σ. 108).

[5] Ό.π., σ. 165. Στη γαλλική έκδοση (2019), σ. 110.

Discover more from Σταύρος Ζουμπουλάκης

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading