Φιλελεύθερες αξίες και αδυσώπητοι γραφειοκράτες

Η Καθημερινή, 1 Νοεμβρίου 2026

 

 

Το Φιόρδ (2026) του Κριστιάν Μουντζίου (γενν. 1968) γνώρισε μεγάλη απήχηση στη χώρα μας, προκάλεσε ενθουσιασμό, αλλά και κάποιες σφοδρές αντιδράσεις, όπως και παντού στον κόσμο όπου παίχτηκε. Η ιστορία που αφηγείται ο Μουντζίου βασίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός, κάτι που δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που το κάνει στις ταινίες του: το ίδιο ακριβώς έκανε, αίφνης, και στο Πίσω από τους λόφους (2012), για τον θάνατο μιας νεαρής κοπέλας σε ένα Ορθόδοξο μοναστήρι της Ρουμανίας.

     Η οικογένεια του Φιόρδ δεν είναι μια παραδοσιακή, Ορθόδοξη, ρουμάνικη οικογένεια, αλλά μοντέρνα, μεικτή. O πατέρας (Μιχάι) είναι Ρουμάνος και η μάνα (Λίσμπετ) Νορβηγίδα, έχουν πέντε παιδιά, το πέμπτο νεογέννητο. Είναι θρησκευόμενοι αλλά όχι Ορθόδοξοι, ανήκουν στο πιο σύγχρονο ρεύμα του χριστιανισμού: ευαγγελικαλιστές (evangelicals). Είναι μορφωμένοι, ο πατέρας πτυχιούχος του Πολυτεχνείου, μιλάει αγγλικά, και η μάνα νοσηλεύτρια. Αναζητώντας καλύτερη τύχη για τα παιδιά τους είναι φυσικό να επιλέξουν την πατρίδα της μάνας, την προτεσταντική Νορβηγία. Δίνουν στα παιδιά τους αυστηρά θρησκευτική αγωγή: προσευχή, μελέτη της Βίβλου, τήρηση ηθικών κανόνων, απαγόρευση χρήσης κινητών, και λοιπά. Όλα καλά στη νέα πατρίδα ως τη μέρα που μια δασκάλα του σχολείου βλέπει στον λαιμό του πρωτότοκου κοριτσιού κάποιες κοκκινίλες και συνάγεται βιαστικά το συμπέρασμα ότι τα παιδιά κακοποιούνται από τους γονείς, όχι μόνο το κορίτσι, αλλά όλα, ακόμη και το βρέφος, με αποτέλεσμα οι προνοιακές υπηρεσίες του κράτους να τα αποσπάσουν από τους γονείς και να τα αναθέσουν σε ανάδοχες οικογένειες. Στη μάνα απαγορεύεται ακόμη και η δυνατότητα να επισκέπτεται το νεογέννητο -για το οποίο έχει διαταχθεί και αξονική εγκεφάλου!-, προκειμένου να το θηλάσει, αλλά πρέπει να χρησιμοποιεί θήλαστρο και να τους πηγαίνει εκεί το γάλα της! Αυτές οι δυο κοκκινίλες, οι οποίες ασφαλώς δεν προκλήθηκαν από βιαιοπραγία των γονιών, θα οδηγήσουν όλη την οικογένεια σε μια καφκική περιπέτεια, με άτεγκτους και αδυσώπητους γραφειοκράτες απέναντί τους και εναντίον τους, που δεν ακούνε τίποτε, απόλυτα βέβαιοι για την αλήθειά τους. Η μόνη λύση τελικά είναι μια μη λύση: να φύγουν από τη χώρα και να γυρίσουν στη Ρουμανία.

     Πολλοί θέλησαν να διαβάσουν την ταινία ως παρουσίαση της σύγκρουσης δύο φονταμενταλισμών, του κοσμικού και του θρησκευτικού. Ασφαλώς ναι, αλλά η ταινία δεν είναι ουδέτερη καταγραφή αυτής της σύγκρουσης, η ταινία είναι υπέρ της οικογένειας που υποφέρει και διώκεται άδικα. Η οικογένεια Γκεοργκίου τραβάει των παθών της τον τάραχο, όχι επειδή κακοποίησε τα παιδιά της, αλλά, όπως θα φανεί καθαρά στο δικαστήριο, επειδή είναι χριστιανοί, με απόψεις που αποδοκιμάζονται από το νορβηγικό κράτος (σχετικά με τη σεξουαλική ηθική, την οικογένεια κλπ). Μα πόσο φονταμενταλιστική είναι στ’ αλήθεια η οικογένεια; Όσοι της το προσάπτουν δεν πρόσεξαν τη σκηνή με τον Όκε, τον ετοιμοθάνατο πεθερό της Μίας, τον οποίο η Λίσμπετ έσωσε όταν αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, πέφτοντας στη θάλασσα, και τώρα τον φροντίζει ως νοσηλεύτρια. Ο Όκε θέλει να φύγει από τη ζωή και ζητάει από τη Λίσμπετ να μη του πηγαίνει πια φαγητό, και εκείνη, εντελώς αντίθετα με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις της, σέβεται τη βούλησή του και δεν αφήνει το πιάτο στο κομοδίνο, το παίρνει πίσω και αποσύρεται από το δωμάτιό του. Αν το Πίσω από τους λόφους ήταν καταγγελία του πρωτογονισμού και του σκοταδισμού της Ορθόδοξης Εκκλησίας, το Φιόρδ δείχνει πόσο αδυσώπητο μπορεί να γίνει το εκκοσμικευμένο κράτος, όταν είναι ανίκανο -και πολύ συχνά είναι- να σταθεί με προσοχή (όπως την εννοεί η Σιμόν Βέιλ) απέναντι σε συγκεκριμένα ανθρώπινα πρόσωπα, με σάρκα και οστά. Και στις δύο περιπτώσεις -και παντού και πάντα- το κακό γίνεται στο όνομα του αγαθού.

     Θα συμφωνήσω πάντως και εγώ ότι η ταινία είναι πολιτική, όχι όμως με την έννοια που λένε οι αντίπαλοί της, ότι δηλαδή ενισχύει την ακροδεξιά, μολονότι δεν αμφιβάλλω διόλου ότι ακροδεξιοί κύκλοι στη Ρουμανία, σαν και αυτούς που βλέπουμε στην ταινία να υπερασπίζονται την οικογένεια Γκεοργκίου, εκμεταλλεύτηκαν το Φιόρδ, για τις δικές τους πολιτικές επιδιώξεις. Τι σχέση έχει όμως αυτό με την ταινία; Έτσι κρίνουμε ένα έργο, ανάλογα με το ποιος το εκμεταλλεύεται πολιτικά; Αυτό περιμένουμε από έναν συγγραφέα ή σκηνοθέτη, να μετράει τα λόγια του για να δει μήπως ενισχύουν κάποιο κόμμα ή ενοχλούν ένα άλλο; Η ταινία είναι πράγματι πολιτική για έναν πολύ ουσιώδη λόγο, ότι θέτει το κρίσιμο ερώτημα και διακύβευμα του φιλελεύθερου δημοκρατικού κράτους, πώς δηλαδή πολίτες που δεν ασπάζονται τις κυρίαρχες ιδέες και αξίες του θα ζήσουν υπό την προστασία του και αρμονικά με όλους τους άλλους. Φέρνω ένα παράδειγμα από την ταινία: ένας πολίτης που πιστεύει και λέει ότι οικογένεια είναι ένας άντρας και μια γυναίκα έχει μοίρα σε ένα κράτος που νομοθετεί διαφορετικά και ορίζει ότι οικογένεια μπορεί να συγκροτούν και ομόφυλοι; Αν δεν έχει θέση, αν αυτή η συνύπαρξη είναι αδύνατη, τότε το μέλλον των κοινωνιών μας είναι εκείνη η απειλητική χιονοστιβάδα που βλέπουμε στην ταινία.

     Μέσα σε αυτό τον εφιάλτη της οικογένειας που παρακολουθούμε και αγανακτούμε, δεν είναι όλα μαύρα. Υπάρχει η Μία, η γειτόνισσα και δικηγόρος, που αναλαμβάνει την υπεράσπισή της, χωρίς διόλου να συμμερίζεται τις ιδέες της. Υπάρχει κυρίως η φιλία και η θαυματουργή αγάπη ανάμεσα στα δυο ανήλικα κορίτσια, την Ελία και την Νούρα, που επιμένει παρά την αντίθετη βούληση των πατέρων τους. Την ίδια ακριβώς βαθιά φιλία, πολύ πιο ισχυρή μάλιστα, την έχουμε δει και στις δύο καλύτερες από τις ταινίες του Μουντζίου που έχουν προηγηθεί: η φιλία της Γκαμπίτας με την Οτίλια στην ταινία 4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες (2007), όπου η Οτίλια θα θυσιάσει το ίδιο της το σώμα, για να βοηθήσει τη φίλη να κάνει άμβλωση στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου (ήταν παράνομη και επέσυρε βαριές ποινές), και η φιλία της Αλίνας με τη Βοϊτίστα στο Πίσω από τους λόφους, όπου η αγάπη της Βοϊτίστας δεν θα σώσει τελικά τη δύστυχη Αλίνα, αλλά θα οδηγήσει την ίδια να αναλάβει τον εαυτό της και την προσωπική ευθύνη της. Ύμνος στη φιλία, παντοτινό καταφύγιο απέναντι στον αυταρχισμό, την ανελευθερία, τον ολοκληρωτισμό!