Σωτήρης Δημητρίου, Τους τα λέει ο Θεός (2002)
Συμμετοχή στον συλλογικό τόμο Ευάγγελος Φρ. Αυδίκος-Κώστας Καραβίδας, Η πεζογραφία του Σωτήρη Δημητρίου, Αιγόκερως/Δυτικά της Πίνδου, 2025, σ. 47-51
Πού πας έρημο βιο; Να ρημάξω κι άλλο (σ. 122)
Το κομμουνιστικό καθεστώς της Αλβανίας, αν δεν ήταν το πιο τυραννικό από όλα, ήταν οπωσδήποτε το πιο παρανοϊκό και το πιο πρωτόγονο. Όταν κατέρρευσε, έσπασαν τα σύνορα και ξεχύθηκαν οι άνθρωποι να φύγουν. Οι Βορειοηπειρώτες (μα και πολλοί Αλβανοί μαζί τους) προς την Ελλάδα, άλλοι προς την Ιταλία και αλλού. Το προσφυγικό αυτό κύμα το έζησαν με έναν εντελώς ξεχωριστό τρόπο οι Ηπειρώτες των όμορων με την Αλβανία ελληνικών χωριών, που κάποτε ένα σύρμα χώρισε τυχαία αυτόν τον ενιαίο ηπειρώτικο κόσμο στα δυο, άλλους από δω και άλλους από κει. Με τη πτώση του κομμουνισμού ο χωρισμένος αυτός κόσμος ξανάσμιξε. Δεν ξανάσμιξε ωστόσο ήρεμα και ειρηνικά. Στο Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου (Κέδρος, 1993), το πρώτο βιβλίο του Δημητρίου στη γλώσσα που μιλούσαν οι άνθρωποι αυτοί, αποτυπώνεται όλη η κακοπάθηση και η αγριότητα με την οποία έγινε η ορμητική είσοδος των Βορειοηπειρωτών και των Αλβανών στην Ελλάδα μετά την κατάρρευση του καθεστώτος. Περπατώντας μέρες και μέρες, με χιόνια και βροχές, πεινασμένοι, διασχίζοντας βουνά και ποτάμια, πέρασαν στον τόπο που πολλοί θεωρούσαν πατρίδα τους:
Μεταγεννηθήκαμε. Άλλοι γούργιαζαν, άλλοι τραγούδαγαν, άλλοι έπιακαν τον χορό. Ένας έσκαψε χιόνι να βρει χώμα να φιλήσει. (σ. 92)
Η υποδοχή που τους επιφύλαξαν οι συμπατριώτες τους ξέρουμε ποια ήταν: απαξίωση και εκμετάλλευση (μετά από μια κάποια αρχική συγκίνηση και συμπαράσταση). Η ευγνώμονη ευχή του τίτλου του βιβλίου δεν θα μπορούσε να απευθυνθεί σε πολλούς. Το ολιγοσέλιδο Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου αποτελεί το συλλογικό μαρτυρολόγιο του ηπειρώτικου κόσμου τον περασμένο αιώνα. Ξεκινάει από την Κατοχή, με την πορεία μιας ομάδας γυναικών από την Πόβλα στα γύρω χωριά, για να μαζέψουν μερικές οκάδες καλαμπόκι, και κλείνει με την αντίστροφη πορεία των προσφύγων από την Αλβανία στην Ελλάδα. Στο μεσοδιάστημα, ανάμεσα στις δύο βασανιστικές πορείες, ο εφιάλτης της κομμουνιστικής τυραννίας.
Μια δεκαετία σχεδόν μετά το Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου, στο μυθιστόρημα Τους τα λέει ο Θεός (Μεταίχμιο, 2002, όπου και παραπέμπω), ο Δημητρίου επιστρέφει στους ίδιους ανθρώπους και στη γλώσσα τους. Πολλοί έχουν εγκατασταθεί χρόνια πια στην Ελλάδα, αλλά συνεχίζουν να έρχονται και καινούργιοι. Βρισκόμαστε πάλι στην Πόβλα, όπου ο Τσίτος, ο μετανάστης (λόγω του ξενιτεμού του στη Γερμανία) χτίζει σπίτι σε μια πλαγιά, έξω από τα όρια του χωριού. Η ομάδα των εργατών ανάμεικτη, από την Ελλάδα και από την Αλβανία, ο καθένας και η ιστορία του. Αν στο Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου υπάρχει ένας στοιχειώδης αφηγηματικός μίτος, στο Τους τα λέει ο Θεός δεν υπάρχει κανένας, δεν υπάρχει πλοκή, δεν υπάρχει μύθος, δεν γίνεται τίποτε: μια παρέα εργατών τρώνε και πίνουν, και κυρίως τραγουδάνε και αφηγούνται. Δεν συμβαίνει τίποτε, και όμως ένας κόσμος ολόκληρος φανερώνεται μπροστά μας, ένας κόσμος άλλος και δικός μας, περασμένος και παντοτινός.
Οι αφηγήσεις της αντρικής παρέας δεν είναι παράλληλοι μονόλογοι, διαλέγονται μεταξύ τους, ο ένας πιάνει το νήμα εκεί που το αφήνει ο άλλος. Οι αφηγήσεις και τα τραγούδια έχουν με μεγάλη μαστοριάμπει το ένα δίπλα στο άλλο, όπως οι πέτρες στις ξερολιθιές του πετρά από την Πυρσόγιαννη (σ. 11-13), ώστε να διαμορφώνεται τελικά ένα ενιαίο αφηγηματικό σύνολο, μια θαυμαστή τοιχοποιία. Ας την προσέξουμε αυτή την εξαιρετική αλληλουχία των διηγήσεων της συντροφιάς. Ο Μίχος έχει κάνει, για το τίποτε, είκοσι οχτώ χρόνια φυλακή και καταναγκαστικά έργα στην Αλβανία. Απολύεται το 1990, όταν πέφτει το καθεστώς. Θεωρεί πως όλα αυτά τα χρόνια τον κράτησε ζωντανό ο άγιος Σπυρίδωνας, τον επικαλείται κάθε μέρα και διαπραγματεύεται μαζί του (σ. 31). Η γυναίκα και ο γιος τον έδιωξαν από το σπίτι. «Ξεπονάει ο άνθρωπος; Ξεπονάει» (σ. 34). Ζει σήμερα στο γηροκομείο. Ακάματος. Περπατάει πού και πού μέχρι το σύνορο για να αγναντέψει μέσα στην Αλβανία. «Μου πόνεσε. Τι μου πόνεσε; Ούτε εγώ ξέρω. Το παλιό το βόδι άμα το αφήκεις στον τόπο του θα γυρίσει» (σ. 48). Μια μέρα που ο Μίχος πήγε να αγναντέψει γύρισε στη συντροφιά με τον Λάζο, έναν Βορειοηπειρώτη από το Μουρσί. Ο Λάζος διηγείται και αυτός την ιστορία του, από την οποία αποκαλύπτεται πως, όταν εκείνος και ένα παιδί από τη Δρόπολη πέρασαν τον Καλαμά, άφησε το παιδί που δεν ήξερε κολύμπι να πνιγεί. Το πνιγμένο παιδί, ο Χρήστος, είναι ξάδερφος του Φιλίππη, που οχτώ χρόνια ψάχνει τον φταίχτη και ορμάει να τον πνίξει τώρα που τον βρίσκει. Πιάνει το νήμα ο μπαρμπα-Σταύρος, που μόλις έμαθε ποιανού ήταν το πτώμα που ανέσυρε τουμπανιασμένο από το ποτάμι και το άφησε παράμερα, σκεπάζοντάς το με κλαριά. Σειρά παίρνει ο οδηγός, που εκπλήσσεται με όσα ακούει και μαθαίνει για το πτώμα που εκείνος ο ίδιος μετέφερε, από εκεί όπου το είχε αφήσει ο προηγούμενος αφηγητής, στο νεκροταφείο, όχι για να το θάψουν κανονικά, αλλά για το παραχώσουν σε μια γωνιά και να βάλουν και έναν ξύλινο σταυρό χωρίς όνομα. Το γεγονός αυτό τον οδηγό τον στοιχειώνει και τον αρρωσταίνει ψυχικά. Αισθάνεται ότι βρωμάει με μια βρώμα ανεξίτηλη, που δεν φεύγει ό,τι και να κάνει. Παρά τις επισκέψεις στους ψυχίατρους και τα χάπια δεν αλλάζει τίποτε. Η σωτηρία θα έρθει από τον ίδιο τον πνιγμένο που θα εμφανιστεί στον ύπνο του λευκοφορεμένος και γελαστός. Ο οδηγός τού έχει φτιάξει μαρμάρινο τάφο, πάνω στον οποίο θα χαράξει τώρα το όνομά του. Θα έρθει η σειρά του Φιλίππη να μολογήσει και θα συμπληρώσει την ιστορία του πνιγμένου, διηγούμενος βεβαίως και τη δική του. Αυτό που θα προσθέσει ο Φιλίππης στην ιστορία του χαμού του Χρήστου είναι ο σπαραγμός της μάνας του που τον περιμένει με λαχτάρα και δεν έχει νέα του και όλο ρωτάει και ξαναρωτάει. Ο πόνος της μάνας του Χρήστου, όπως τον διηγείται ο ανιψιός της ο Φιλίππης, γεννάει συνειρμικά τη διήγηση του Λεωνίδα για τη δική του μάνα, που αργοπεθαίνει μόνη της στο χωριό τους στην Αλβανία («πεθαίνουνε οι μαυρομανάδες στα χωριά μας χωρίς να δουν τα παιδιά τους», σ. 111). Ο Λεωνίδας έφυγε από την Αθήνα και ήρθε στην Πόβλα για να είναι κοντά της και να πηγαίνει να βλέπονται Μετά από τόση δουλειά ζει τώρα εκεί μόνος κι έρημος: τα δικά του παιδιά έχουν φύγει στην Αμερική, η γυναίκα τον χώρισε γιατί ήθελε να φροντίσει τη μάνα του.Σε αυτές τις μανάδες εξάλλου αναφέρεται ο τίτλος του μυθιστορήματος (σ. 73), που τα ξέρουν όλα για τα παιδιά τους χωρίς να τους τα πει κανείς.Αυτό δεν σημαίνει πως είναι άγιες: η μάνα του Μενέλη νοιάζεται πιο πολύ για τη γαϊδούρα της από ό,τι για το άρρωστο παιδί της (σ. 97-98). Αυτά τα παραδείγματα αρκούν και δεν προσθέτω άλλα για την αλληλουχία των διηγήσεων της ομάδας.
Το μυθιστόρημα αρχίζει με τη γριφώδη απόφαση του μετανάστη να χτίσει το σπίτι του έξω από τα όρια του μικρού χωριού, που όσο πάει και ρημάζει, δεκαπέντε κούκοι όλοι κι όλοι έχουν απομείνει στην Πόβλα (σ. 142). Το αίνιγμα θα λυθεί στο τέλος. Δεν θέλει να μείνει στο χωριό γιατί τον βαραίνει βαρύ κρίμα: πόθησε κάποτε τη γυναίκα του αδερφικού του φίλου και της επιτέθηκε ερωτικά. Ο φίλος θα δώσει οριστικό τέλος στη φιλία τους. Όταν εκείνος θα πεθάνει αργότερα από την καρδιά του, ο Τσίτος θεωρεί ότι αυτός είναι η αιτία, ότι αυτός του τη ράγισε. Πάει κάθε βράδυ κρυφά στο νεκροταφείο και του ανάβει το καντήλι, αλλά δεν τολμάει να αντικρίσει αδέρφια του πεθαμένου που ζουν στο χωριό! Η παρέα τον πειράζει, τον παρηγορεί και αρχίζουν να του προξενεύουν γυναίκες για τις ανάγκες των γηρατειών.
Αυτός ο βασανισμένος κόσμος της φτώχειας και του μόχθου παίρνει ανάσα με το τραγούδι και τον χορό. Το τραγούδι, που έχει ούτως ή άλλως κεντρική θέση στον λαϊκό, προφορικό πολιτισμό, εδώ αποκτά και πρόσθετες λειτουργίες. Αποτελεί έκφραση αντίστασης στην τυραννία: «Στα τραγούδια δεν μπόργαν να μας δαμάσουν. Στης Δερόπολης τον κάμπο θα το λέγαμαν να πα να γαμηθούν όλοι». Μια έμμεση μορφή αντίστασης ήταν και τα λαϊκά που τα μάθαιναν από το ελληνικό ραδιόφωνο που άκουγαν κρυφά: «Μας παίρνανε τον πόνο» (σ. 68-69). Η χάρη και η τέχνη στον χορό, στο τραγούδι και στα όργανα είναι εκείνη που θαυμάζεται πάνω από όλες σε αυτόν τον κόσμο. Πού τη βρήκε αυτή τη μαγική χορευτική χάρη η πανέμορφη Κωστάντω («της ήβλεπες το νερό στον λαιμό»); Δεν την έμαθε στις σχολές, ερχόταν από το προγονικό βάθος του χρόνου, όπως θα ανακράξει ένας αποσβολωμένος θεατής: «Η μάνα της απ’ το Λεσκοβίκι κι ο πατέρας της απ’ την Πυρσόγιαννη. Τούτο μόνο», σ. 148 -149). ). Υπάρχουν στιγμές που το τραγούδι και ο χορός παίρνουν διαστάσεις σχεδόν μυσταγωγικές, όπως στον τελικό χορό του Λάζου:
«Μπεράτι» φώναξε στους μουσικούς.
Ωπ, τον κοίταξαν όλοι. Ήταν χορός για λίγους. Δύσκολος χορός και για τους μουσικούς.
Χόρευε απ’ το νύχι του ποδαριού μέχρι την τρίχα της κεφαλής. Μεταμορφώθηκε. Έγινε φοβερός και τρομερός.
Έσφιγγε το χέρι του Κερκυραίου με το βαρυδουλεμένο τεράστιο χέρι του, με αυξομειώσεις ανάλογα με τα γυρίσματα της μουσικής. Δεν πιστεύω να τον παρεξήγησε ο Κερκυραίος. Σκώθηκαν τα όργανα, οι άλλοι δεν έπαιρναν τα μάτια απ’ τον χορό του.
Στο τελευταίο γύρισμα άρχισε να κόβει τους μουσικούς αγριεμένος, προσταχτικός, με την ψιλή φωνή του.
«Κόψε» κάνει στον ακορντεονίστα και ’κείνος σταμάτησε ανακουφισμένος.
«Κόψε» είπε στο παιδί με το ντέφι.
«Κόψε» είπε κατόπι στον βιολιτζή.
Απόμεινε ο κλαρινιτζής να παίζει μπροστά του γιομάτος φόβο. Ο Λάζος σταμάτησε για λίγο και αυτοκεράστηκε. Πέρασε στο κλαρίνο ένα πεντοχίλιαρο.
[…]
«Πεθαμένα» φώναξε κάποια στιγμή στον κλαρινιτζή και ’κείνος χαμπήλωσε την ένταση. Ίσια που ακουγόταν και κράτησαν όλοι τις ανάσες.
Σκώθηκε ο μπαρμπα-Σταύρος μπήκε ανάμεσα και τον κράτησε. Πήρε άλλον αέρα και φώναξε «σπάσ’ το».
Σαν να το περίμενε ο κλαρινιτζής, αμέσως αφαίρεσε το τελευταίο κομμάτι, κατόπι το μεσαίο. Εντέλει απόμεινε να παίζει με το επιστόμιο.
Σφύριζε μονάχα σαν διάολος και αντάμωνε με το σφύριγμα του γιαννιώτη που κατέβαινε παγωμένος απ’ τα κορφοβούνια.
[…]
Τέλειωσε ακούστηκαν κάτι μουρμουρητά, φέγγιζαν οι καύτρες, σφύριζε μονάχα ανατριχιαστικά ο αέρας ο γιαννιώτης. (σ. 160-162)
Όταν σίγησε το κλαρίνο και τέλειωσε ο χορός του Λάζου, ησύχασαν οι φωνές που έκαναν οι γάτες που βατεύονταν, καταλάγιασε ο αέρας και ο μπαρμπα-Σταύρος σταυροκοπήθηκε. Ιεροτελεστία! Για τον Λάζο, αυτός ο χορός εκεί μπροστά στην παρέα αποτελεί ένας είδος κάθαρσης και εξιλέωσής του.
Δεν ξέρουμε τι θα γίνει από δω και πέρα: θα ολοκληρωθεί το χτίσιμο, θα γυρίσει ο Τσίτος στο χωριό, θα στέρξει να βρει γυναίκα; Μικρή σημασία έχει. Το μόνο που ξέρουμε, το μόνο που ξέρουν αυτοί οι άνθρωποι είναι πως ο κόσμος θα συνεχίσει να πορεύεται με «πέντε μοιράδια πίκρες […] κι ένα μοιράδι καλοσύνη» (σ. 103). Και κυρίως θα συνεχίσει με το ίδιο βαθύ παράπονο για τον χαμό και την απώλεια. Την απώλεια των παιδιών μας, των αδερφών μας, των μανάδων και των πατεράδων μας. Όλα χάνονται: οι άνθρωποι, ο τόπος, η γλώσσα του. Από αυτό το απαρηγόρητο παράπονο, το αρχέγονο, πηγάζει μυστικά το τραγούδι και ο χορός αυτών των ανθρώπων, από αυτό το ίδιο πηγάζει και τούτο το γραφτό στη δική τους γλώσσα. Αυτό το βαθύ παράπονο, ετούτος ο αλάλητος στεναγμός είναι τελικά που τους τα λέει όλα, και που όταν βρει τρόπο να εκφραστεί όλα μεταμορφώνονται, όπως μεταμορφώθηκε Λάζος στον τελικό χορό του.