Κατάλογος έκθεσης Αντ. και Άζιας Χατζηιωάννου, Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων, 2022
«καλύτερον από όλα η ραστώνη»
Αλ. Παπαδιαμάντης, Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη
Δεν έχω τρόπο να γράψω συνολικά για μια έκθεση 104 έργων, τόσο πολλών ζωγράφων, με τόση ποικιλία θεμάτων και, κυρίως, ύφους, γι’ αυτό διάλεξα λίγα έργα που εκφράζουν την προσφιλή και αναγκαία σε κάθε άνθρωπο ραστώνη και, ειδικότερα, τη θερινή ραστώνη νέων γυναικών. Η επιλογή δεν έχει καθόλου αξιολογικό χαρακτήρα, επ’ ουδενί δεν σημαίνει ότι αυτά θεωρώ πως είναι τα καλύτερα έργα της έκθεσης. Είναι απλώς ο τρόπος μου για να αποφύγω ανούσιες γενικολογίες.
Το νήμα με το οποίο θα ενώσω τα έργα που θα συζητήσω εδώ θα αρχίσω να ξετυλίγω από την Λήδα Κοντογιαννοπούλου και δύο από τα τρία έργα της που βλέπουμε στην έκθεση (σελ. 112, 113). Ξέρουμε με τι θερμό αίσθημα η Κοντογιαννοπούλου ζωγραφίζει εσωτερικά σπιτιών, εδώ όμως τα έπιπλα και τα αντικείμενα έχουν δευτερεύουσα σημασία, οργανώνουν απλώς τον χώρο για την κεντρική παρουσίαση της ξαπλωμένης γυναίκας. Και στα δύο κυριαρχεί η ίδια γυναικεία μορφή, ξαπλωμένη πάνω στο χαλί, με τον τρόπο που ξαπλώνουμε όταν δεν μας βλέπει κανείς. Στο πρώτο έργο, η γυναίκα είναι ξαπλωμένη μπρούμυτα, το κεφάλι πάνω σε μαξιλάρι. Το χαλί συνδέεται και συνομιλεί χρωματικά αφενός με το τραπεζομάντηλο και τις καρέκλες, και αφετέρου με το σιέλ πρόχειρο ρούχο, ρούχο του σπιτιού, της γυναίκας. Ένα παιδικό παιχνίδι, καρότσι για κούκλα, πίσω από τα ανασηκωμένα πόδια της. Είναι μάνα, φαντάζομαι, σε μια στιγμή που δεν έχει τίποτε να κάνει για το σπίτι και για τα παιδιά. Το βλέμμα δεν είναι προσηλωμένο πουθενά, κοιτάζει στο κενό, απλανές. Δεν σκέφτεται τίποτε. Βρίσκεται σε αυτή τη γλυκιά στιγμή που, όταν κάποιος σε ρωτήσει τυχόν «τι σκέφτεσαι;», απαντάς βαριεστημένα αλλά με ειλικρίνεια «τίποτε».
Στο άλλο έργο, η ίδια γυναίκα ξαπλωμένη στο πλάι, πάνω στο ίδιο πάντα χαλί. Το πρόχειρο ρούχο του σπιτιού είναι εδώ μαύρο. Πλάι στο προσκέφαλό της ένα κόκκινο πικάπ -συντονίζεται χρωματικά με το κόκκινο ρούχο, ριγμένο πάνω σε μια καρέκλα, διαγωνίως απέναντι. Στην άκρη του χαλιού δυο δίσκοι LP, χωρίς τα εξώφυλλά τους. Δεν ακούει μουσική. Δεν έχει τη δύναμη και τη διάθεση να προσηλωθεί. Ρεμβάζει.
Γνωρίζω και άλλο πίνακα της Κοντογιαννοπούλου, που ανήκει και αυτό στη συλλογή του Αντώνη και της Άζιας Χατζηιωάννου, αλλά δεν εκτίθεται εδώ, με το ίδιο θέμα και την ίδια γυναίκα πάνω στο ίδιο χαλί, ανάσκελα και σταυροπόδι αυτή τη φορά, με λευκό ρούχο, και ένα βιβλίο ανοιχτό, παρατημένο στην άκρη. Δεν υπάρχει όρεξη να διαβάσει, δεν μπορεί να συγκεντρωθεί. Ούτε μουσική ούτε διάβασμα. Μόνο ρέμβη.
Θα συνδέσω τα παραπάνω έργα με τον Ύπνο (σελ. 173) της Καλλιρόης Μαρούδα, με μεσολαβητή πάλι τον Παπαδιαμάντη και την persona του, τον Πάνο Δημούλη, που «εκοιμάτο ακόμη επί της παχείας στρωμνής της αναπαυτικής κλίνης, εις ένα θάλαμον του εξοχικού μεγάρου, μετά ραστώνης ηδυπαθούς» («Η Βλαχοπούλα»). Και στον πίνακα υπάρχει παχεία στρωμνή για τον καλοκαιρινό, αν κρίνουμε από το ότι είναι σκεπασμένη μόνο με σεντόνι, μεσημεριανό, θέλω να φαντάζομαι, ύπνο της νέας γυναίκας. Η ραστώνη ανέβηκε ένα σκαλί παραπάνω στην κλίμακα της ηδυπάθειας, έγινε νήδυμος ύπνος, καλοκαιρινή σιέστα.
Η Εύα (σελ. 169) του Δημήτρη Ανδρεαδάκη, ξαπλωμένη νωχελικά, πάνω στα λευκά κλινοσκεπάσματα, σε κοντράστο με το μαύρο μπλουζάκι που φοράει, γυμνή από τη μέση και κάτω. Το βλέμμα και εδώ απλανές και ρεμβαστικό. Δεν σκέφτεται τίποτε, είναι παραδομένη στη ραστώνη της (θερινής μάλλον) στιγμής. Γυμνή και η άλλη γυναίκα του Ανδρεαδάκη (σελ. 167), κοιμάται ήρεμα πάνω στο καφετί κάλυμμα του κρεβατιού, ξεσκέπαστη. Στην ίδια συνάφεια μπορεί να αναφερθεί και το άτιτλο έργο του Βασίλη Παπανικολάου (σελ. 106), όπου η γυμνή γυναίκα μπορεί και αυτή να ραστωνεύει μεσημεριάτικα, αλλά η ψυχική διάθεση, την οποία μόνο το βλέμμα αποκαλύπτει, είναι ανεξιχνίαστη, γιατί η γυναίκα μάς έχει γυρίσει την πλάτη.
Η γυναίκα του Παναγιώτη Μπελντέκου (Blue, σελ. 37) έχει ξαπλώσει με τα ρούχα που φορούσε και χωρίς να βγάλει τα παπούτσια της πάνω στον μπλε καναπέ. Δεν είμαι βέβαιος ότι ρεμβάζει. Το βλέμμα της μου φαίνεται περισσότερο μελαγχολικό, παρά ρεμβαστικό.
Ο πίνακας του Μπελντέκου με κάνει να αναρωτηθώ μήπως τελικά πέφτω έξω και η ψυχική διάθεση την οποία διαπιστώνω στα έργα που με κέντρισαν να σχολιάσω δεν είναι η γλυκιά ραστώνη, αλλά η ακηδία, ο δαίμων της ακηδίας, τον οποίο πρώτος ο Ευάγριος (4ος αι.) ταύτισε με το δαιμόνιον μεσημβρινόν του Ψαλτηρίου (Ψλ 90(91): 6), επειδή ακριβώς κυκλώνει την ψυχή κατά το μεσημέρι. Χαρακτηρίζεται, από τους μεγάλους συγγραφείς της πνευματικής ζωής, βαρύτατος, ακριβώς γιατί κάνει την ψυχή βαριά και το σώμα να ζυγίζει εκατό οκάδες, τόσο που δεν έχεις κουράγιο να σηκωθείς, και, όταν νικήσει, σε κυριεύει αποκαρδίωση, βαριεστημάρα και αποθάρρυνση. Μήπως άραγε πρόκειται περισσότερο, στους λίγους πίνακες που σχολίασα, για τον μεσημβρινό δαίμονα της ακηδίας, παρά για τη θερινή, μεσημεριανή ραστώνη;
Θα επιμείνω στο αρχικό συναίσθημά μου. Δεν αισθάνομαι ότι, με πιθανή εξαίρεση τον πίνακα του Μπελντέκου, πρόκειται για ακηδία και κατάθλιψη, αλλά για γλυκιά ραστώνη, για εκείνη την ώρα που δεν κάνεις τίποτε, δεν σκέφτεσαι τίποτε, δεν επιθυμείς τίποτε, που τα μάτια σου βλέπουν χωρίς να κοιτάζουν τίποτε. Χρυσή ώρα!