Επίμετρο στο βιβλίο Γιτσχάκ Κατσνέλσον, Το άσμα του σφαγιασμένου εβραϊκού λαού, μτφρ. Κώστας Βραχνός, Loggia 2022, σ. 105-119.
Ο Γιτσχάκ (Ισαάκ) Κατσνέλσον, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, μεταφραστής και δάσκαλος, γεννήθηκε το 1886 στο Καρελίτσι της σημερινής Λευκορωσίας, μια μικρή πόλη κοντά στο Μινσκ, σε οικογένεια ραββίνων και διανοουμένων, και ανατράφηκε με την αγάπη για την εβραϊκή γλώσσα και παράδοση. Πριν από το γύρισμα του αιώνα η οικογένειά του θα εγκατασταθεί στο Λοτζ, όπου πρωτότοκος Γιτσχάκ θα ζήσει μέχρι το 1939. Εκεί θα γνωρίσει και θα παντρευτεί τη Χάννα. Θα αποκτήσουν τρία αγόρια. Προσχωρεί στο εργατικό σιωνιστικό κίνημα και ταξιδεύει δύο φορές στη γη του Ισραήλ (1924 ή 1925 και 1934). Όταν οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το Λοτζ (8 Σεπτεμβρίου 1939) ο Κατσνέλσον φεύγει μόνος του, στα τέλη Νοεμβρίου, για τη Βαρσοβία. Τα μαύρα χρόνια της Βαρσοβίας, μέσα και έξω από το γκέτο (ιδρύθηκε τον Νοέμβριο 1940), είναι για εκείνον περίοδος αβάσταχτου πόνου αλλά και μεγάλου αγώνα για να ενισχυθούν ψυχικά και πνευματικά οι Εβραίοι: κάνει παράνομα μαθήματα εβραϊκών, διδάσκει τη Βίβλο, ανεβάζει θεατρικές παραστάσεις, φροντίζει ορφανά παιδιά (θα συνεργαστεί εν προκειμένω και με τον Γιάνους Κόρτσακ). Η ίδια εποχή είναι επίσης και περίοδος μεγάλης συγγραφικής δραστηριότητας. Ήταν ίσως ο πολυγραφότερος συγγραφέας του γκέτο, δημοσιεύοντας τακτικά στις παράνομες εφημερίδες.[1] Τον Δεκέμβριο του 1939 ή τον Ιανουάριο του 1940 η γυναίκα του και οι τρεις γιοι τους θα έρθουν κι αυτοί, κυνηγημένοι, στη Βαρσοβία. Στις 22 Ιουλίου 1942 αρχίζει ο εκτοπισμός των Εβραίων του γκέτο για την Τρεμπλίνκα, που είχε ανοίξει τις πύλες της εκείνη την ημέρα. Ως τις 21 Σεπτεμβρίου η μεγάλη επιχείρηση εκτοπισμού έχει ολοκληρωθεί: 10.380 Εβραίοι εκτελέστηκαν στο γκέτο και 265.040 στους θαλάμους αερίων της Τρεμπλίνκας.[2] Εντωμεταξύ 100.000 Εβραίοι είχαν ήδη πεθάνει πριν αρχίσει ο εκτοπισμός. Στις 14 Αυγούστου 1942 η Χάννα και οι δυο μικρότεροι γιοί, ο Μπέντσιον, δεκατεσσάρων χρονών, και ο Γιόμελε, έντεκα, θα πάρουν τον ανεπίστροφο δρόμο. Ο Κατσνέλσον, συντετριμμένος ψυχικά, θα μείνει εκεί, μαζί με τον πρωτότοκο, θα ζήσει και θα συμμετάσχει στην ένοπλη εξέγερση του γκέτο (18 Ιανουαρίου και 19 Απριλίου 1943). Λίγες μέρες αργότερα, στις 22 Μαΐου 1943, με ψεύτικα διαβατήρια της Ονδούρας θα μεταφερθούν και οι δυο τους, πατέρας και γιος, μαζί με άλλους Εβραίους, στην πόλη Βιττέλ της Γαλλίας. Ο λόγος αυτής της ανέλπιστης τύχης δεν είναι ότι ξεγελάστηκε η Γκεστάπο από τα ψεύτικα διαβατήρια, αλλά επειδή ήθελε να ανταλλάξει αυτούς τους «Λατινοαμερικάνους» με Γερμανούς αιχμαλώτους ή ήθελε να τους χρησιμοποιήσει ως δόλωμα για να πιάσει Εβραίους που κρύβονταν. Οι τελευταίοι Εβραίοι της Βιττέλ, με λατινοαμερικανικά διαβατήρια, 173 συνολικά, θα σταλούν στο Ντρανσύ και από εκεί, στις 29 Απριλίου 1944, στον τελικό προορισμό τους, το Άουσβιτς. Ο Ιωσήφ Κατσνέλσον και ο γιος του Τσβι, δεκαεφτά χρονών, ήταν ανάμεσά τους. [3]
Την περίοδο της Βιττέλ ο Κατσνέλσον εξακολουθεί να γράφει εντατικά, όπως έγραφε και κατά την περίοδο του γκέτο της Βαρσοβίας. Έχει πλήρη επίγνωση τι είναι αυτό που τον περιμένει και διακατέχεται από την αγωνία να σωθούν τα γραφτά του, ιδίως το Άσμα, για τις μελλοντικές γενιές, ώστε να μάθουν τι έγινε και ποιος το έκανε. Σε γράμμα του σε δύο συγγενείς του που ζούσαν στην Παλαιστίνη, γνωστό ως «η διαθήκη» του, θέτει τους όρους της δημοσίευσης του Άσματος: να δημοσιευτεί μόνο μετά το τέλος του πολέμου, και μάλιστα πριν από την έκδοσή του σε βιβλίο να δημοσιευτούν στον Τύπο, σε δεκαπέντε συνέχειες, ένα ένα τα δεκαπέντε μέρη του, την ίδια μέρα σταθερά της εβδομάδος. Το γράμμα έφτασε στους παραλήπτες του τον Ιούλιο του 1944. Αυτή η αγωνία και η βαθιά πίστη του Κατσνέλσον στην αξία του Άσματος τον οδηγούν στη δημιουργία πολλών αντιγράφων του. Έχουν σωθεί έξι χειρόγραφά του. Για την τελική σωτηρία του έργου έχουμε δύο βασικές μαρτυρίες, αποκλίνουσες ωστόσο μεταξύ τους, της Ρουθ Άντλερ (Ruth Adler) και της Μιριάμ Νόβιτς (Miriam Novitch), που ήταν συγκρατούμενες του Κατσνέλσον στη Βιττέλ. Σύμφωνα με την πρώτη μαρτυρία, είναι η ίδια η Άντλερ που έθαψε τα γραφτά του ποιητή σε μπουκάλια στο πάρκο και είναι η ίδια που μετέφερε το χειρόγραφο του Άσματος, μαζί με τη «διαθήκη», στην Παλαιστίνη, κρυμμένο στο χερούλι της βαλίτσας της. Σύμφωνα με τη δεύτερη μαρτυρία, είναι η Νόβιτς εκείνη που έθαψε τα χειρόγραφα σε τρία μικρά μπουκάλια στο πάρκο και, με τη βοήθεια της πλύστρας Μαρσέλ Πισόν ή Ραμπισόν (Marcelle Pichon / Rabichon), κατάφερε να τα βγάλει κρυφά από το στρατόπεδο και να τα κρύψει στο σπίτι της μάνας της Γαλλίδας πλύστρας. Όποια ή όποιες και αν είναι εκείνοι που έσωσαν τα χειρόγραφα του Κατσνέλσον, ας έχουν την παντοτινή ευγνωμοσύνη μας. Η πρώτη και καθοριστική έκδοση του Άσματος έγινε από τον συγκρατούμενο επίσης του Κατσνέλσον Νάθαν Eκ (Nathan Eck), το 1945, στο Παρίσι. Θα ακολουθήσουν και άλλες: Στουτγάρδη 1946 (μόνο τα πέντε πρώτα cantos), Ερέτς Ισραέλ 1947, Νέα Υόρκη 1948, ώσπου να έρθει η νέα έκδοση των «Τελευταίων γραφτών» στο Ισραήλ, η σοβαρότερη μέχρι τότε εκδοτική εργασία, που περιλαμβάνει, εκτός από τα γραφτά της Βιττέλ και άλλα από το γκέτο της Βαρσοβίας.[4]
Το έργο του Κατσνέλσον είναι τεράστιο, ποικίλο και πληθωρικό. Έγραφε στα εβραϊκά και στα γίντις, γι’ αυτό και το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του έργου του μένει απρόσιτο σε όσους δεν διαβάζουμε αυτές τις γλώσσες. Στα εβραϊκά και στα γίντις είναι επίσης γραμμένες και οι περισσότερες μελέτες για το έργο του. Εκτός από ποίηση και θέατρο, έγραψε και βιβλία για παιδιά, διδακτικά εγχειρίδια, και έκανε πολλές μεταφράσεις (ανάμεσά τους και ποιήματα του Χάινε στα εβραϊκά). Το 1938 εκδόθηκε στο Λοτζ μια τρίτομη συναγωγή του μέχρι τότε ποιητικού έργου του. Μεταπολεμικά θα γίνουν διάφορες εκδόσεις έργων του, αλλά καμία συνολική και πλήρης. Πολλά έργα του έχουν χαθεί και άλλα ενδεχομένως να μην είναι απαραίτητο να εκδοθούν.
Για τον αναγνώστη που αγνοεί τα εβραϊκά και τα γίντις ο Κατσνέλσον είναι κυρίως ο συγγραφέας δύο έργων: «Το Ημερολόγιο της Βιττέλ», γραμμένο στα εβραϊκά, και Το Άσμα του σφαγιασμένου εβραϊκού λαού, γραμμένο στα γίντις. Είναι μοιραίο λοιπόν να διαβάζουμε τα δύο αυτά κείμενα αποκομμένα από το σύνολο του έργου. Το Άσμα έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, σε ορισμένες μάλιστα παραπάνω από μία φορά.[5] Και στα ελληνικά υπάρχει άλλη μία μετάφραση: Γιτσχάκ Κατσνέλσον, Το τραγούδι του σφαγιασθέντος εβραϊκού λαού, ελεύθερη μετάφραση και απόδοση στα ελληνικά από τον Μπαρούχ Σιμπή, Θεσσαλονίκη, 1974. Μεταφράζονται έντεκα από τα δεκαπέντε άσματα του έργου, χωρίς να διευκρινίζεται από ποια γλώσσα και από ποια έκδοση έγινε η μετάφραση. Στο εισαγωγικό του σημείωμα ο μεταφραστής μας πληροφορεί ότι είχαν μεταφραστεί μέχρι τότε κάποιες στροφές του ποιήματος, που απαγγέλλονταν «στις πένθιμες επέτειες του Μεγάλου Εβραϊκού Δράματος στη συναγωγή της Θεσσαλονίκης» (σ. 12). Η έκδοση πραγματοποιήθηκε με τη συνδρομή της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης και η μετάφραση αφιερώνεται στην Μιριάμ Νόβιτς.
Τα εν λόγω δύο έργα του Κατσνέλσον της περιόδου της Βιττέλ,[6] το «Ημερολόγιο» και το Άσμα, πρέπει να διαβάζονται μαζί. Θα σημειώσω λίγα λόγια για το πρώτο -εννοείται πως ο τίτλος του βιβλίου δεν είναι του συγγραφέα, αλλά των εκδοτών- όσα χρειάζονται για την καλύτερη κατανόηση του Άσματος.
Η πρώτη εγγραφή του «Ημερολογίου» είναι στις 22 Μαΐου 1943, όταν ο Γιτσχάκ και ο Τσβι Κατσνέλσον έφτασαν στη Βιττέλ, αλλά μετά υπάρχει διακοπή δύο μηνών. Ο Κατσνέλσον σταματάει, επειδή φοβάται μήπως γράφοντας για όλη αυτή τη φρίκη χάσει τα μυαλά του και οδηγηθεί στην αυτοκτονία.[7] Ξαναπιάνει να γράφει στις 21 Ιουλίου 1943, την παραμονή δηλαδή της ημέρας που οι Ναζί ξεκίνησαν την εκτόπιση των Εβραίων του γκέτο της Βαρσοβίας, με προορισμό την Τρεμπλίνκα (22 Ιουλίου 1942). Τελευταία εγγραφή στις 16 Σεπτεμβρίου 1943.
Στο «Ημερολόγιο» ο Κατσνέλσον δεν καταγράφει γεγονότα από την καθημερινή ζωή στη Βιττέλ, συναντήσεις και συζητήσεις. Το «Ημερολόγιο» είναι κείμενο αγωνίας, πόνου, κραυγής, οργής, κατάρας, μίσους. Γραμμένο σε μια κατάσταση ψυχικής παραφοράς δεν τηρεί καμία τάξη, ο συγγραφέας του γράφει και ξαναγράφει τα ίδια και τα ίδια. Αγωνιά και πονάει για τη μοίρα της λατρεμένης του γυναίκας και των δυο γιων τους,[8] που ενώ ξέρει τι τους έχει συμβεί, την ίδια στιγμή δεν θέλει να το παραδεχτεί τελεσίδικα, κρατάει μέσα του ένα ξέφτι ελπίδας. Ξέρει πολύ καλά επίσης τι περιμένει και τον ίδιο με τον γιο του. Ξεχειλίζει από μίσος και κατάρες για τους Γερμανούς, – ποιος μπορεί να τον κατηγορήσει για αυτό; Ποιος! Φτάνει σε υπερβολές, τυφλώνεται, θεωρεί ότι ο φόνος είναι στο αίμα τους, ότι είναι όλοι τους, μέχρι ενός, γεννημένοι δολοφόνοι, ότι αποτελούν το βδέλυγμα της ανθρωπότητας, τους καταριέται να μη μείνει ούτε ένας ζωντανός. Η οργή του και το μίσος είναι το άλλο όνομα του πόνου του. Μα δεν είναι μόνο οι Γερμανοί που ευθύνονται για τον αφανισμό των Εβραίων, αλλά και όλοι οι χριστιανικοί λαοί που χαίρονται βλέποντας αυτό που κάνουν οι Γερμανοί.[9]Τα έθνη σκότωσαν κάποτε έναν Εβραίο, τον Ιησού, τον έκαναν κατόπιν θεό τους, και τώρα θέλουν να σκοτώσουν εκατομμύρια άλλους όμοιούς του.[10]
Η οργή του στρέφεται και εναντίον των Εβραίων που συνεργάστηκαν με του Γερμανούς, και επάνδρωσαν την αστυνομία του γκέτο, με τη μάταιη ελπίδα ότι θα σώσουν τη ζωή τους, εναντίον του Τσερνιάκουφ, προέδρου του Εβραϊκού Συμβουλίου της Βαρσοβίας -θυμίζω ότι αυτοκτόνησε με δηλητήριο στις 23 Ιουλίου 1942. Δεν σταματάει όμως εκεί η οργή του, ο πόνος του δεν συγκρατιέται: στρέφεται εναντίον της σοσιαλιστικής και αντισιωνιστικής Μπουντ, αλλά και εναντίον της Αγκουντά, διεστραμμένο βλάστημα των χαρεντίμ (ορθοδόξων),[11] και εν γένει εναντίον όλων των Εβραίων που δεν έμειναν αμετακίνητα πιστοί στην παράδοσή τους. Καταριέται με σφοδρότητα όλους τους αφομοιωμένους Εβραίους, που τους θεωρεί υπεύθυνους για την καταστροφή και τον αφανισμό του ευρωπαϊκού εβραϊσμού.[12] Ας σημειώσουμε εδώ πως, όταν ο Κατσνέλσον μιλάει για Εβραίους της Ευρώπης, εννοεί αποκλειστικά της Ανατολικής Ευρώπης, της Yiddishland, τους Εβραίους της Γερμανίας και της λοιπής Δυτικής Ευρώπης δεν τους θεωρεί αληθινούς Εβραίους.[13]
Το «Ημερολόγιο», πέρα από κείμενο οργής και κατάρας, πέρα από δριμύ κατηγορητήριο, είναι θρήνος και οδυρμός για το τέλος των Εβραίων της Ευρώπης, των αληθινών Εβραίων της Ανατολικής Ευρώπης, για το τέλος του εβραϊσμού. Ο Κατσνέλσον δεν έχει καμιά ελπίδα και καμιά αυταπάτη, μιλάει διαρκώς για έξι εκατομμύρια νεκρούς Εβραίους, όσο περνάει ο καιρός μάλιστα μιλάει ακόμη και για εφτά εκατομμύρια! Πάνω από τριάντα φορές γράφει στο «Ημερολόγιο» τον αριθμό έξι (ή εφτά) εκατομμύρια, με μεγαλύτερη πυκνότητα στις τελευταίες εγγραφές. Τον αριθμό που αναφέρουμε σήμερα όλοι μας, ο Κατσνέλσον τον ήξερε από το 1943! Σημειωτέον, ότι ο Κατσνέλσον λογαριάζει, αγνοώντας την ύπαρξη θαλάμων αερίων (πιστεύει ότι πεθαίνουν από ασφυξία με τη διοχέτευση καυτού ατμού) και αγνοεί επίσης στο «Ημερολόγιο» την ύπαρξη του Άουσβιτς (στο Άσμα απαντά μία φορά). Ο θρήνος είναι αληθινός και απαρηγόρητος, γιατί μέσα στα έξι εκατομμύρια κλαίει και για τον αδερφό του και για τη γυναίκα του και για τα δυο παιδιά τους. Πάνω όμως και από θρήνος, το «Ημερολόγιο από το στρατόπεδο της Βιττέλ» είναι ένα κείμενο σπαραχτικής αγάπης του συγγραφέα του για τον εβραϊκό λαό, τον λαό του.
Σε αυτό το ψυχικό κλίμα ο Κατσνέλσον ξεκινάει, στις 3 Οκτωβρίου 1943, να γράφει το Άσμα του σφαγιασμένου εβραϊκού λαού, λίγες μέρες δηλαδή μετά την τελευταία εγγραφή του «Ημερολογίου». Θα το ολοκληρώσει στις 17 ή 18 Ιανουαρίου 1944 (ανάλογα με το χειρόγραφο). Απαρτίζεται από δεκαπέντε επιμέρους άσματα, τα οποία φέρουν στο τέλος την ημερομηνία κατά την οποία γράφτηκαν. Θα διαβάσουμε στο Άσμα τα ίδια γεγονότα για τον διωγμό των Εβραίων της Βαρσοβίας που έχουμε διαβάσει και στο «Ημερολόγιο», θα συναντήσουμε τα ίδια πρόσωπα, θα ακούσουμε την ίδια οργή και τον ίδιο πόνο, θα βρούμε τις ίδιες ιδέες. Όλα είναι ίδια και όλα ωστόσο είναι διαφορετικά. Τη διαφορά την εμπνέει και τη δημιουργεί το ίδιο το είδος του λόγου, δηλαδή η ποίηση.
Ο ποιητής νιώθει την ανάγκη, την επιταγή θα έλεγα, να τραγουδήσει και ταυτόχρονα την αδυναμία να το πράξει! Η επιταγή να τραγουδήσει του επιβάλλεται, δεν μπορεί να την αποφύγει, όπως επιβαλλόταν στους προφήτες της Βίβλου, με του οποίους ταυτίζεται (II, 3) αλλά και διαφοροποιείται (II, 15):
Τραγούδα! Πάρε στα χέρια την άρπα, ελαφριά και κούφια,
και στις λεπτές χορδές της βάλε τα βαριά σου δάχτυλα,
σαν πονεμένες καρδιές, και το άσμα το τελευταίο τραγούδα,
τραγούδα για τους τελευταίους Εβραίους σε χώμα ευρωπαϊκό».
–Πώς να τραγουδήσω; Πώς ν’ ανοίξω το στόμα,
έτσι που απόμεινα ολότελα μονάχος [!] (I, 1-2)[14]
Το πρώτο άσμα, από όπου οι παραπάνω στίχοι, εμπνέεται από τον ψαλμό 136 (137), το συγκλονιστικότερο αντιιμπεριαλιστικό τραγούδι της παγκόσμιας γραμματείας, έναν τραγούδι θρήνου των εξορίστων αλλά και κατάρας και μίσους για τους κατακτητές. Και εκεί εκφράζεται η ίδια αδυναμία να τραγουδήσεις τα τραγούδια του Θεού: πώς άσωμεν την ωδήν Κυρίου επί γης αλλοτρίας; Πρόκειται ωστόσο για κάτι περισσότερο από αδυναμία, πρόκειται για επιταγή σιωπής! Έχουν ήδη κρεμάσει τα όργανά τους πάνω στα δέντρα. Ο Κατσνέλσον ζει διαρκώς αυτή την ένταση ανάμεσα στην ανάγκη και στην υποχρέωση, αφενός, να μιλήσει και να μαρτυρήσει και στην αδυνατότητα, αφετέρου, να το κάνει, στην υποχρέωση να σιωπήσει. Την ίδια ένταση την παρακολουθούμε διαρκώς και στο «Ημερολόγιο».[15]
Μα κι αν είναι να μιλήσει, σε ποιον να μιλήσει, τώρα που χάθηκαν όλοι; Να μιλήσει στον Θεό; Μα δεν ακούει, ίσως και να μην υπάρχει και οι ουρανοί να είναι άδειοι! Η ποίηση επιτρέπει στον ευλαβή Κατσνέλσον να πει κάτι που δεν λέει στο «Ημερολόγιο»:
[…] Σήκωσε το βλέμμα στους ψηλούς, τυφλούς ουρανούς,
σαν να υπήρχε κει πάνω ένας Θεός … (I, 7)
Μη φωνάζεις τ’ ουρανού, σ’ ακούει όσο κι η γη, ο κοπρώνας τούτος. (I, 11)
Όλο το ένατο άσμα («Προς τους ουρανούς») απευθύνεται με βιαιότητα στους άδειους ουρανούς:
Φύγετε! Δεν θέλω να σας βλέπω μήτε να σας ξέρω!
Ύπουλοι ουρανοί, απατηλοί, μικρόψυχοι εκεί ψηλά, πόσο μετανιώνω
που σας πίστεψα και που σας εμπιστεύτηκα τη χαρά και τη λύπη, το γέλιο και το δάκρυ μου,
δεν είστε καλύτεροι απ’ την απαίσια γη, το μεγάλο αυτό σκουπιδαριό!
Σας πίστεψα, ουρανοί, σας τραγούδησα σ’ όλα μου τα ποιήματα, σε κάθε μου άσμα σάς αγάπησα
όπως αγαπά κανείς μια γυναίκα […].
Φύγετε! Φύγετε! Μας γελάσατε, τον λαό μου προδώσατε, την αρχαία φυλή μου!
Πάντα αυτό κάνατε στους προγόνους, στους προφήτες μου!
Σε σας, σε σας τα μάτια σήκωναν, φλέγονταν στη φωτιά σας
οι πιο πιστοί σας ήταν πάνω στη γη, ένιωθαν για σας νοσταλγία,
σας λαχταρούσαν…εσάς φώναξαν πρώτα: καταλάβετέ το! πρώτα εσάς-
κι αμέσως μετά, τη γη. Έτσι κάναν ο Μωυσής, έτσι κι ο Ησαΐας, ο Ησαΐας μου: ακούστε!
Ακούστε! Κι ο Ιερεμίας φωνάζει, ακούστε!
Ποιος, άραγε, αν όχι εσείς; Τι ξαφνικά σας αποξένωσε τόσο;
Ω, ανοιχτοί, φωτεινοί, πανύψηλοι ουρανοί, γίνατε ίδιοι με τη γη! (IX, 3-6)
Τη θέση του Θεού σε αυτούς τους άδειους ουρανούς θα την πάρουν τα σφαγιασμένα παιδιά του εβραϊκού λαού, τα αθώα, τα άγια:
Δεν υπάρχει Θεός σε σας! Ανοίξτε τις πύλες σας, ουρανοί, ανοίξτε τες διάπλατα
κι αφήστε να μπουν όλα τα παιδιά του σφαγιασμένου, μαρτυρικού, λαού μου,
ανοίξτε γι’ αυτά τη μεγάλη πύλη, ένας ολόκληρος λαός σταυρωμένος, περίλυπος,
να περάσει…ω, καθένα από τα σκοτωμένα μου παιδιά μπορεί Θεός να γίνει! (IX, 13)
Όλη αυτή η εξέγερση ενάντια στον Θεό– μη ξεγελιόμαστε- είναι η εξέγερση του πιστού, είναι η εξέγερση του Ιώβ, του ανθρώπου που θεωρεί αβίωτη τη ζωή χωρίς Θεό («αλήθεια, τι τρομερό να ζεις δίχως Θεό!» XII, 6), μα πώς να αντέξει τη συνύπαρξη Θεού και Τρεμπλίνκας!
Μα κι αν υπήρχε, θα ’ταν πολύ χειρότερο! Θεός κι οδός Μίλα… ωραίο ζευγάρι!
Βγάλτε απ’ τις βαλίτσες τα κρυμμένα παιδιά και πετάξτε τα, τσακίστε τα πάνω στους τοίχους!
Ανάψτε μεγάλες φωτιές και ριχτείτε μέσα τους με δεμένα τα χέρια και τραβώντας τα μαλλιά:
Υπάρχει Θεός! Τι αδικία! Τι εμπαιγμός! Τι όνειδος! (XII, 7)
Αν είναι αδύνατο για τον ποιητή να απευθυνθεί στον Θεό του, στον Θεό που λάτρεψε και δίδαξε όλη τη ζωή του, πού αλλού να απευθυνθεί, σε ποιον να μιλήσει; Στα άλογα, στις ρόδες των κάρων, στα φρικτά βαγόνια (III, 13, IV, 11-15). Μέσα στην παραφορά της οδύνης του το κάνει και αυτό ακόμη. Ποιος να τον ακούσει και να τον καταλάβει; Υπάρχει αποδέκτης; Ναι, υπάρχει: οι νεκροί, οι σφαγιασμένοι! Το Άσμα είναι για αυτούς και απευθύνεται σε αυτούς, και ο ποιητής του μιλάει με τη φωνή τους, μιλάει ήδη σαν νεκρός, από την άλλη όχθη:
Ελάτε όλοι, από την Τρεμπλίνκα, το Σομπίμπουρ, το Άουσβιτς,
ελάτε απ’ το Μπέλζετς, ελάτε απ’ το Πόναρ, από παντού, παντού, ελάτε,
με βαθουλωμένα μάτια, με παγωμένες κραυγές δίχως λαλιά,
ελάτε μέσ’ απ’ τους βάλτους, απ’ τους βούρκους βαθιά, απ’ τα σάπια βρύα.
Φανερωθείτε, εμφανιστείτε μπροστά μου, ελάτε, ελάτε,
θέλω όλους να σας δω, θέλω να σας κοιτάξω, θέλω
να ρίξω μια βουβή ματιά στον σφαγιασμένο μου λαό,
και να τραγουδήσω…ναι…πιάνω την άρπα και παίζω! (I, 13, 15)
Το μακρό αφηγηματικό μοιρολόι καταγράφει φρικτές σκηνές, εικόνες, γεγονότα από τον διωγμό και τον αφανισμό των Εβραίων στη Βαρσοβία. Δεν παραθέτω τίποτε, θα τις διαβάσει ο αναγνώστης και θα φρίξει για άλλη μια φορά (βλ. επί παραδείγματι το περιστατικό με το φτύσιμο μέσα στο στόμα του ραββίνου, VIII, 7-13). Ο Κατσνέλσον ως δάσκαλος και πατέρας μικρών παιδιών είναι φυσικό να στέκεται περισσότερο στον πόνο των παιδιών:
Ναι, ναι, τέλη χειμώνα του ’42 σ’ ένα ορφανοτροφείο βρέθηκα
κι είδα παιδιά μόλις απ’ τον δρόμο μαζεμένα, στάθηκα σε μια γωνία
και στην ποδιά μιας δασκάλας είδα μια μικρούλα δυο χρονών,
αδύνατη, με μια χλωμάδα νεκρική και μάτια σοβαρά, την κοίταγα, την κοίταγα-
Κοίταγα τη δίχρονη μικρή, Εβραία γιαγιά
εκατό χρονών το κοριτσάκι, η σοβαρότητα, ο μέγας πόνος της-
όσα η γιαγιά της δεν είχε δει στον ύπνο της τα ’χε κείνο ζήσει.
Έκλαψα, μα είπα μέσα μου: μην κλαις, ο πόνος φεύγει, η σοβαρότητα μένει!
[…]
Μην κλαις…Είδα σ’ εκείνο το μέρος ένα κοριτσάκι πέντε χρονών περίπου,
τάιζε το μικρότερο αδερφάκι του που ’κλαιγε απαρηγόρητο-
βουτούσε κάτι ξεροκόμματα σε μια νερουλή μαρμελάδα
κι επιδέξια του μπούκωνε το στόμα…Η μοίρα το ’θελε να δω,
να δω πώς εκείνη η μανούλα πέντε χρονών το τάιζε, πώς του μιλούσε.
Η μάνα μου η μονάκριβη δεν ήταν τόσο ικανή!
Η Εβραιοπούλα σκούπιζε τα δάκρυα του γελώντας, του μίλαγε χαρούμενα!
Ο Σόλεμ Αλέιχεμ δεν θα το ’κανε καλύτερα. Το είδα!
Είδα σ’ εκείνο το ορφανοτροφείο, τη μεγάλη δυστυχία,
μπήκα στην αίθουσα δίπλα –το κρύο τσουχτερό,
έξω μακριά, μια τσίγκινη σόμπα φώτιζε κάτι παιδάκια,
που μισόγυμνα κύκλωναν τ’ αναμμένα κάρβουνα.
Τα κάρβουνα έκαιγαν, το ’να άπλωνε το ποδαράκι του, τ’ άλλο το παγωμένο του χεράκι,
εκείνο εκεί τη γυμνή του πλατούλα, κι ένα χλωμό πιτσιρίκι με μαύρα μάτια,
τους έλεγε ένα παραμύθι. Όχι, όχι παραμύθι! Φλεγόταν, ήταν ξαναμμένο,
ω, Ησαΐα! Συ δεν είχες μήτε τη ζέση του μήτε τέτοια γλώσσα!
Μιλούσε τα γίντις μαζί και την ιερή γλώσσα. Ή, μάλλον, όχι! Ήταν όλο σε ιερή γλώσσα!
Άκου, άκου, κοίτα τα εβραϊκά του μάτια και το μέτωπο, πώς σηκώνει το κεφάλι…
Ησαΐα! Δεν υπήρξες τόσο μικρός όσο εκείνο μήτε τόσο μεγάλος,
τόσο καλός, τόσο αληθινός, μήτε, Ησαΐα, πίστεψες τόσο! (VI, 5-6, 8-12)
Το παραμύθι του ετοιμοθάνατου μικρού παιδιού ανώτερο και από τον μεγαλοφωνότατο Ησαΐα!
Δεν είμαι σε θέση να κρίνω την καθαυτό ποιητική αξία του Άσματος, γιατί δεν γνωρίζω τη γλώσσα του ούτε τη λογοτεχνική παράδοση από την οποία αντλεί και με την οποία συνομιλεί. Μα και αν ήμουν σε θέση να το κάνω, πάλι δεν θα το έκανα, θα ήταν ντροπή. Την ιταλική έκδοση του Άσματος την προλόγισε ο Πρίμο Λέβι και αντιγράφω εδώ λίγες αράδες από το σύντομο κείμενό του:
Τούτο το βιβλίο δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο έργο στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, είναι η φωνή ενός ετοιμοθάνατου, ανάμεσα σε εκατοντάδες χιλιάδες άλλους ετοιμοθάνατους, με οδυνηρή επίγνωση για την προσωπική μοίρα του και τη μοίρα του λαού του. Μοίρα όχι μακρινή, αλλά μοίρα επικείμενη: ο Κατσνέλσον γράφει και τραγουδάει καταμεσής της σφαγής.[16]
Ουαί σε εκείνον που πιάνει να διαβάσει αυτό το ποίημα με κίνητρο και σκοπό την αισθητική του αποτίμηση. Το ρίγος με το οποίο διαβάζουμε τούτο τον συγκλονιστικό θρήνο, τον άληκτο και απαράκλητο, δεν είναι αισθητικό, είναι άλλης τάξεως. Η αξία του βρίσκεται, όπως τόνισε ο Λέβι, στο ίδιο το γεγονός ότι ένας άνθρωπος που έχει χάσει τα πάντα και που θα χαθεί και ο ίδιος σε λίγο, που συνορεύει με την τρέλα, που ξέρει καλά πως ο κόσμος στον οποίο ανήκει τέλειωσε για πάντα, αφιερώνει τις τελευταίες του δυνάμεις να γράψει ένα ποίημα, μια θρηνητική ωδή, όντας εντελώς αβέβαιο αν θα φτάσει ποτέ σε αναγνώστη! Κορυφαία έκφραση του μεγαλείου των ανήμπορων και των αδικημένων, που έχουν συνείδηση ότι, σε κάθε περίπτωση, ό,τι και αν γίνει, είναι ανώτεροι από τους δημίους τους!
[1] Για το έργο του Κατσνέλσον την περίοδο του γκέτο της Βαρσοβίας, μαζί με μετάφραση ποιημάτων του της περιόδου αυτής, βλ. Yechiel Szeintuch, «The Work of Yitzhak Katzenelson in the Warsaw Ghetto», The Jerusalem Quarterly, τχ. 36, χειμώνας 1983, σ. 46-74. Ο Yechiel Szeintuch είναι σήμερα ένας από τους καλύτερους μελετητές του έργου του Κατσνέλσον.
[2] Saul Friedländer, Η Ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι, μτφρ. Ήλια Ιατρού, Πόλις, Αθήνα 2013, σ. 842.
[3] Τα βιογραφικά στοιχεία για τον Κατσνέλσον τα αντλώ κυρίως από τα εισαγωγικά κείμενα που περιέχονται στο βιβλίο Yitzhak Katzenelson, Journal du camp de Vittel, Calmann-Lévy, Παρίσι 2017, μεταξύ των οποίων και ο πρόλογος στην αγγλική έκδοση (1964, 1972).
[4] Για την πολύπλοκη και με πολλά κενά ιστορία των χειρογράφων του Άσματος και των πρώτων εκδόσεών του, βλ. Anreij Pawelec, Magdalena Sitarz, «Yitskhok Katsenelson’s Dos lid fun oysgehargetn yidishn folk. A Story of the Manuscripts and Editions», στο Andrej Katny et alii (επιμ.), Askenazim and Sephardim: Language Miscellanea, Peter Lang, 2019, σ. 125-139.
[5] Βλ. Anreij Pawelec, Magdalena Sitarz, «Itzhak Katzenelson’s Dos lid fun oysgehargetn yidishn folk in Tranlation: The First Four Decades», Studia Judaica Cracovesnia, τόμ. 15, 2017, σ. 73-81. Είναι κρίμα που οι δύο συγγραφείς αγνοούν την πρώτη ελληνική μετάφραση, η οποία ανήκει ακριβώς στην περίοδο που εξετάζουν.
[6] Δεν είναι τα μόνα που γράφει στη Βιττέλ. Θα γράψει εκεί, μεταξύ άλλων, και δύο θεατρικά έργα: «Αννίβας», «Στην έδρα του στρατιωτικού διοικητή»
[7] Yitzhak Katzenelson, Journal du camp de Vittel, ό.π, σ. 65
[8] Βλ. για τη σύλληψή τους, ό.π., σ. 132-133.
[9] Ό. π., σ. 124-125.
[10] Ό. π., σ. 97, 106, 167-168, 197-199.
[11] ‘Ο. π., σ. 154.
[12] Ό.π., σ. 82 κεξ.
[13] Ό. π., σ. 195-196.
[14] Παραπέμποντας στο Άσμα, ο λατινικός αριθμός δηλώνει το επιμέρους canto και ο αραβικός τη στροφή.
[15] Βλ. αυτή τη μετακίνηση από το ένα άκρο στο άλλο, από τη μία υποχρέωση στην άλλη, στις σελίδες σχετικά με τα γεγονότα της οδού Μίλα, σ. 162 («δεν θα διηγηθώ…»), ενώ σ. 206-207 («θα σας διηγηθώ …»).
[16] Μεταφράζω από τη γαλλική έκδοση Primo Levi, L’ asymétrie et la vie, Robert Laffont, Παρίσι 2004, σ. 51 (ιταλικό πρωτότυπο: L’ asimmetria e la vita, Einaudi, 2002).